Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2009

ΠΑΝΤΑΖΗΣ ΚΟΝΤΟΜΙΧΗΣ (1924 - 2005)

Ο λαογράφος της Λευκάδας
ΠΑΝΤΑΖΗΣ ΚΟΝΤΟΜΙΧΗΣ
Στην μοναδική συνέντευξη της ζωής του,
που παραχώρησε στον Δημήτρη Ε. Σολδάτο



Πήρα μια πρόσκληση που έγραφε: «H Ε.Λ.Μ.Ε. Λευκάδας και ο Δήμος Σφακιωτών σας προσκαλούμε στην εκδήλωση που διοργανώνουμε για να τιμήσουμε τον Πανταζή Κοντομίχη για την υπερπεντηκονταετή προσφορά του στα γράμματα και στην εκπαίδευση.
Στις 17 Ιουνίου 2004, ημέρα Πέμπτη και ώρα 19:30 στο Πολιτιστικό κέντρο του Δήμου Λευκάδας (αίθουσα συνεδριάσεων του Δημοτικού συμβουλίου). Με ομιλητές τον κ. Δημήτρη Σ. Τσερέ και την κ. Κωνσταντίνα Αυγέρη.»

Από καιρό έψαχνα μια ευκαιρία για να γνωρίσω αυτόν τον σπουδαίο πνευματικό άνθρωπο. Και, δια μέσω της εφημερίδας, ν' αναφερθώ στην προσωπικότητά του. Τα Νέα της Λευκάδας κυκλοφορούν κάθε Πέμπτη. Η εκδήλωση γίνονταν Πέμπτη και μάλιστα Ιούνιο, τον μήνα των γενεθλίων του! Δεν σκέφτηκα πολύ. Έψαξα στον κατάλογο, βρήκα το νούμερο του Πανταζή Κοντομίχη και του τηλεφώνησα. Δέχτηκε ευγενικά να μου παραχωρήσει μια συνέντευξη.

Πήρα τον διευθυντή κ. Ηλία Κοντογεώργη και του το είπα. «Σε ζηλεύω!» ήταν η πρώτη φράση που εκστόμισε. «Κάνε ό,τι καλύτερο μπορείς και μην σκεφτείς τίποτα.
Θα διαθέσουμε στην εφημερίδα όσο χώρο χρειαστεί. Στην ουσία δεν θα τον τιμήσουμε εμείς, εκείνος μας τιμάει!».

Την άλλη μέρα στις 11 το πρωί κατέβηκα στην Λευκάδα. Στον Μαρκά, σχεδόν απέναντι απ’ τη Χαραμόγλειο, είναι το σπίτι του. Ανέβηκα την ξύλινη σκάλα. Η κυρία Ελένη, η γυναίκα του, με καλοδέχτηκε. Μ’ έμπασε στο σαλόνι. Κι εκεί, στην άκρη του καναπέ καθισμένος, φορώντας τα χαρακτηριστικά γυαλιά του, με περίμενε συντροφιά με τα δύο εγγονάκια του.Τον είχα δει σε παλαιότερες φωτογραφίες, αλλά προσωπικά ποτέ ως τότε. Ένιωθα μια περίεργη ταραχή, όμως με τις πρώτες κουβέντες που ανταλλάξαμε αισθάνθηκα ζεστά και οικεία.

Μου μιλούσε, και μπροστά απ’ τα μάτια μου περνούσαν εκατοντάδες πυκνογραμμένες σελίδες βιβλίων... Σκεφτόμουν τον μελετητή του μέλλοντος όταν θα τα ξεφυλλίζει διαβάζοντας στα εξώφυλλα: Πανταζή Κοντομίχη: «Τα Γεωργικά της Λευκάδας», «Η Λευκαδίτικη Λαϊκή Φορεσιά», «Λαογραφικά Σύμμεικτα Λευκάδας», «Η Λαϊκή Ιατρική στην Λευκάδα»,«Ομήρου Οδύσσεια», «Ομήρου Ιλιάδα», «Ησιόδου έργα», «Δημοτικά Τραγούδια της Λευκάδας», «Το Νεοελληνικό Θέατρο της Λευκάδας»… Ατελείωτος ο κατάλογος! Ανεκτίμητος ο πνευματικός θησαυρός που μας άφησε παρακαταθήκη: μελέτες και άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες, χρονογραφήματα, επιφυλλίδες, βιβλία…

Πώς να μην ντραπώ όταν μου είπε ότι παρακολουθεί την προσπάθεια που κάνω στην εφημερίδα;Ήταν σαν να μου έλεγε «συνέχισε να μάχεσαι!», ενώ τα δικά μου όπλα δεν ήταν τίποτα άλλο από μια… σφεντόνα, μπροστά στο δικό του πνευματικό οπλοστάσιο.

Τον ρώτησα πολλά. Και θα τον ρωτούσα ακόμα περισσότερα, μα δεν ήθελα να καταχραστώ τον πολύτιμο χρόνο του ούτε να τον κουράσω άλλο. Τα σημαντικότερα σημεία της κουβέντας μας παρατίθενται με την μορφή ερωταπαντήσεων παρακάτω:

_________________________________


Γεννηθήκατε στον Κάβαλλο της Λευκάδας το 1924. Ακριβώς 80 χρόνια πριν.
Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;

Πολύ δύσκολα! Δημοτικό πήγα πριν το 1940, προπολεμικά.
Ήταν εκείνα τα χρόνια τα λεγόμενα φτω-χι-κά!
Το γυμνάσιο το τελείωσα το 1943. Τότε δεν ήταν εύκολο να σπουδάσει κάποιος.
Παρόλα αυτά, τον Σεπτέμβρη του 1945 έδωσα εξετάσεις και μπήκα στην
Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών.

Γιατί διαλέξατε την Φιλοσοφική;

Μου άρεσε, το ‘χα καημό!
Είχα μιαν αγάπη μέσα μου για τη λογοτεχνία και γενικά για το βιβλίο.

Από πού ξεκίνησε αυτή η αγάπη;

Από το δημοτικό. Είχε κάτι βιβλία ο μακαρίτης ο πατέρας μου,
ο οποίος ήταν εγγράμματος κι έγραφε και καλά.
Υπήρχαν και κάτι φίλοι μου εκεί στους Σφακιώτες,
αδέρφια του Γεράσιμου του Γρηγόρη, που είχαν κάποια βιβλία
που είχε αφήσει ο Γεράσιμος στο χωριό και τα μοίραζαν στην παρέα.

Πόσα βιβλία διάβασα στην κατοχή, δεν το φαντάζεται άνθρωπος…

Στην Αθήνα πού μένατε;

Έμενα στο σπίτι του νονού μου. Ζαμπέλης Θωμάς λεγότανε.

Χρειάστηκε να δουλέψετε παράλληλα με τις σπουδές σας;

Παράλληλα δούλευα σε μια εφημερίδα, την Φοιτητική Φωνή, και έγραφα κιόλας.
Αυτή ήταν η αρχή, κατά κάποιον τρόπο. Τα πρώτα δημοσιεύματα.

Όταν τέλειωσα το πανεπιστήμιο, ήρθα κατευθείαν στην Λευκάδα,
όπου και διορίστηκα ύστερα από δύο χρόνια,
το 1952. Οι άνθρωποι που γνώριζα εδώ, ήταν ο Ασδραχτάς, λίγο ο Φλογαΐτης, ο Σβορώνος
κι ο Ροντογιάννης.

Πότε εκδόθηκε το πρώτο σας βιβλίο;

Το 1964. Λεγόταν Το Νεοελληνικό Θέατρο στην Λευκάδα. Η πρώτη έκδοση έγινε στην Μέλισσα. Δεν είχε όμως καλή τύχη, γιατί ο εκδότης, Γιώργος Ραγιάς, ήταν από τη ηγεσία της αριστεράς. Το 1964 εκδόθηκε το βιβλίο, το 1967 έγινε η δικτατορία.
Τον πιάσανε αυτόν, διαλύσανε τον εκδοτικό οίκο, και ό,τι στοκ βιβλίων υπήρχε πουλιόταν σε εξευτελιστική τιμή στα καροτσάκια.Αργότερα επικοινώνησα με τον Ραγιά και μου είπε: «Μην ρωτάς τίποτα! Όλη η περιουσία μου πήγε στα καροτσάκια,τζάμπα!». Απορώ πώς αυτός ο άνθρωπος ορθοπόδησε και δημιούργησε απ’ την αρχή έναν από τους ωραιότερους εκδοτικούς οίκους της χώρας.

Η συνεργασία σας με τις Εκδόσεις Γρηγόρη πώς προέκυψε;

Ο Γρηγόρης ήταν Λευκαδίτης. Του πήγα τη μετάφραση της Οδύσσειας το 1972.
Εξέδωσε το βιβλίο και μου είπε: «Όλα,ό,τι βγάλεις από δω και πέρα, θα τα εκδίδω εγώ!».

Είχε τύχη το δεύτερο βιβλίο σας;

Είχε καλή τύχη! Η ιδέα για την μετάφραση ξεκίνησε απ’ το πανεπιστήμιο.
Δεν με ικανοποιούσε, ας πούμε, η μετάφρασητων Καζαντζάκη-Κακριδή. Σε συζητήσεις που είχα με συμφοιτητές μου συμφωνούσαμε για το δυσπρόσιτο, στο ευρύ κοινό, γρέντζο ύφος της. Πάντως την προτιμώ απ’ την μετάφραση του Σιδέρη, γιατί αν αγνοήσεις το ύφος, κατά τ’ άλλα είναι πετυχημένη.

Πόσο χρόνο σας πήρε η μετάφραση της Οδύσσειας;

10 χρόνια! Είχα πολλή δουλειά στο σχολείο τότε. Έγραφα και στην εφημερίδα του Μαμαλούκα και δεν το είχα πάρει στα ζεστά ότι θα μπορούσε να γίνει βιβλίο και να εκδοθεί. Είπα, θα μεταφράσω από μερικές ραψωδίες κάποια κομμάτια που μου άρεσαν κι ό,τι βγει. Ύστερα ξεκίνησα απ’ την αρχή. Μετά ήρθε η Ιλιάδα, ο Ησίοδος, και συνέχισα με τα λαογραφικά.

Πιστεύετε ότι θα μπορούσαν να μεταφραστούν τα έπη του Ομήρου χωρίς την χρήση δεκαπεντασύλλαβου;

Όχι! Βέβαια, και ο δεκαεφτασύλλαβος μπορεί, όπως του Καζαντζάκη.
Γιατί σε δεκαεφτασύλλαβο είναι και το πραγματικό κείμενο της Οδύσσειας.
Εμένα όμως μου άρεσε ο δεκαεξασύλλαβος, γιατί ρέει εύκολα.

Αν σε κάποιο σημείο της μετάφρασης χρειαζόταν ν’ αλλάξετε τα μέτρα, υπέρ του νοήματος,

θα το κάνατε;

Βέβαια! Το έχω κάνει αυτό. Είναι υπέρβαση.
Η ουσία είναι πιο σημαντικό πράγμα απ’ την τεχνική, αν θα έπρεπε να διαλέξουμε.

Ο Όμηρος έκανε τέτοιες υπερβάσεις στα μέτρα;

Όχι! Τα κρατάει ακριβώς. Είναι εκπληκτικό αυτό!
Βέβαια, ο Όμηρος δημιουργούσε ο ίδιος, δεν μετέφραζε κάποιον άλλον.

Πόσο χρόνο χρειάζεστε για να γράψετε ένα βιβλίο;

Περίπου ένα χρόνο, χωρίς να υπολογίσουμε την έρευνα, που μπορεί να κρατήσει χρόνια.

Κάνετε δεύτερη η τρίτη γραφή;

Προσέχω πάρα πολύ όταν γράφω, κι έτσι δεν χρειάστηκε τρίτη γραφή.
Δεύτερη γραφή, καμιά φορά, ναι.




Κάνετε πάντα κάποιο σχεδιάγραμμα ή τώρα πια, ύστερα από τόση εμπειρία,το παραλείπετε;

Όχι, πάντα κάνω σχεδιάγραμμα: εισαγωγή, τι θ’ ακολουθήσει πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο… και πού θα καταλήξω.

Παρακολουθείτε την πορεία της έκδοσης ενός βιβλίου σας;

Βεβαίως! Σε όλα κάνω δεύτερη και τρίτη διόρθωση εγώ ο ίδιος.

Το βιβλίο σας Λαϊκή Λευκαδίτικη Φορεσιά κυκλοφόρησε απ’ τον ΕΟΜΜΕΧ.
Γιατί ειδικά αυτό δεν βγήκε απ’ τις Εκδόσεις Γρηγόρη;

Ήρθε ένας υπάλληλος του ΕΟΜΜΕΧ στην Λευκάδα επίτηδες γι’ αυτό το θέμα,
Γκίκας λεγόμενος. Αυτός που έχειγράψει για τα κάστρα της Ελλάδας, και της Λευκάδας. Ζήτησε να με δει και μου είπε: «Ξέρω ότι έχετε κάποιο υλικό για τη Λευκαδίτικη φορεσιά, που σε κάποιο μουσείο την είδα και μου άρεσε». Έτσι έγινε! Το βιβλίο πήγε πολύ καλά. Ήταν και εκπληκτική η έκδοση! Σε 4000 αντίτυπα βγήκε, κι ακόμα κυκλοφορεί… Υπάρχει και στο εξωτερικό. Κι άλλα βιβλία μου υπάρχουν έξω. Απ’ τη βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης μου τηλεφώνησαν για να μου πουν ότι υπάρχουν βιβλία μου κι εκεί. Μια Λευκαδίτισσα φοιτήτρια της γαλλικής φιλολογίας έκανε μια διατριβή για το νησί της, και ο Γάλλος καθηγητής τής έδωσε για βοήθημα μια βιβλιογραφία.
Τρία απ’ τα βιβλία του καταλόγου ήταν δικά μου. Το βιβλίο, το κάθε βιβλίο, κάνει ένα μεγάλο ταξίδι μέσα στον κόσμο και στο χρόνο. Ένα συναρπαστικό ταξίδι που κανένας δεν ξέρει πού σταματάει κι αν σταματάει…

Πως βλέπετε τα πολιτιστικά δρώμενα της Λευκάδας; Υπάρχει πραγματική ουσία;

Υπάρχει! Έτυχε να είμαι απ’ τα ιδρυτικά μέλη αυτού που λέγεται «Γιορτές Λόγου και Τέχνης». Ήμουν απ’ το 1952 – 1955 πρόεδρος του Μουσικοφιλολοφικού Συλλόγου Ορφέας. Θυμάμαι με τι ενθουσιασμό τότε ξεκινήσαμε όλοι! Μου έκανε εντύπωση ότι κανένας πνευματικός άνθρωπος δεν αρνήθηκε ποτέ να έρθει να μιλήσει στην Λευκάδα. Εκεί, απ’ την πλατεία, περάσανε όλοι: Βενέζης, Μελάς… Όλοι περάσανε από δω! Αυτά τα πράγματα
μείνανε μέσα μας. Κι εξακολουθώ να πιστεύω στις Γιορτές Λόγου και Τέχνης.

Θέλετε να πείτε ότι οι Γιορτές του 1955 ήταν ίδιες ποιοτικά με τις σημερινές;

Ίδιες, όχι! Αλλά όπως όλα αλλάζουνε και μεταβάλλονται, έτσι κι οι Γιορτές!
Δεν αλλάζουνε μόνο οι εποχές, αλλά κιεμείς οι ίδιοι. Εξαρτάται από ποια σκοπιά το βλέπει ο καθένας το κάθε πράγμα.

Ναι, αλλά ο Ορφέας, για παράδειγμα, είναι το ίδιο εκείνο σωματείο που διέπρεπε τότε, όταν το σημερινό έχει τα εκθέματα και τα ενθυμήματα παρατημένα σε μουχλιασμένες αποθήκες, αδυνατώντας να πετύχει με κατάλληλους και επείγοντες χειρισμούς μια οριστική λύση, πριν όλο αυτό το υλικό χαθεί οριστικά;

Είναι λυπηρό, πραγματικά! Όμως κι εδώ υπάρχει το χρηματικό πρόβλημα…
Εκτός αυτού, και μιλάω γενικότερα, για το Πνευματικό Κέντρο και το δήμο,
είναι από παλιά ανοργάνωτοι. Δυο-τρεις άνθρωποι κρατάνε το βάρος κάθε προσπάθειας στις πλάτες τους. Ήμουνα εκεί χρόνια, μαζί με τον συχωρεμένο τον Δήμο τον Μαλακάση, και ξέρω… Δεν έχουν αρχείο, κατ’ αρχήν! Δεν υπάρχουν όλα τα ενθύμια που δίνανε τα διάφορα συγκροτήματα που συμμετείχαν στις Γιορτές, ενώ θα έπρεπε να υπάρχει Μουσείο Γιορτών Λόγου και Τέχνης. Είμαστε τσαπατσούληδες! Και με συμπαθάς που χρησιμοποίησα αυτή τη λέξη.

Τελικά, ο κάθε πνευματικός άθλος σ’ αυτόν τον τόπο, και όχι μόνο, πραγματοποιείται από ελάχιστους, ενώ την δόξα την καρπώνονται άλλοι;

Πράγματι! Όταν άρχισαν, όμως, οι Γιορτές συνέβαινε το εντελώς αντίθετο.
Όλο το συμβούλιο τότε, που αποτελούνταν από 20 ή και 30 άτομα, κατεβαίναμε το βράδυ με σκούπες και σαρώναμε την πλατεία. Καθηγητές, δάσκαλοι,υπάλληλοι…
Μορφωμένοι άνθρωποι και απλός κόσμος, όλοι μαζί. Παίρναμε τις καρέκλες στον ώμο μας και τις μεταφέραμε. Δουλεύαμε! Τώρα δεν βρίσκεται άνθρωπος να τα κάμει αυτά χωρίς να πάρει λεφτά! Τα πρώτα 10-15 χρόνια υπήρχε εθελοντισμός, μεράκι.Υπήρχε αγάπη. Ήταν το γεγονός του καλοκαιριού, του χρόνου ολόκληρου…

Θα μπορούσε πιστεύετε, με κάποιον τρόπο, να αλλάξει κάτι προς το καλύτερο στα πολιτιστικά της Λευκάδας;

Είναι ένα θέμα πολύ δύσκολο! Έχουν δοκιμαστεί πολλοί τρόποι, σε διάφορους τομείς, αλλά χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Όλα τα χωριά μιμήθηκαν την πολιτιστική ζωή της Λευκάδας, χωρίς να υπάρχουν πάντα οι κατάλληλες προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα η ποσότητα να υποβαθμίσει την ποιότητα. Κάθε πράγμα που εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα,
τελικά χαλαρώνει και κάποτε σβήνει κιόλας. Το Φεστιβάλ ήταν για μας τότε σαν ένα θαύμα! Η Λευκάδα πρωτοστάτησε,και δεν είναι τοπικιστικό αυτό που λέω. Αργότερα μας μιμήθηκε ολόκληρη η Ελλάδα...

Απ’ τους παλαιότερους πνευματικούς ανθρώπους του νησιού, θυμάστε, για παράδειγμα,
τον ποιητή και ολυμπιονίκη Δημήτρη Γολέμη;

Τον Γολέμη, όχι!

Τον Πανάγο;

Με τον Πανάγο συνεργαζόμαστε κιόλας!

Τον Άγγελο Σικελιανό τον γνωρίσατε ποτέ προσωπικά;

Έγινε μια φορά, αλλά… πολυλογούμε τώρα…

Όχι, έχει ενδιαφέρον!

Είχε συμβεί το εξής: Εγώ γνώριζα πολύ καλά, με φιλία μπορώ να πω, τον σκηνοθέτη του Εθνικού Θεάτρου τον Καραντινό, τον Κεφαλλονίτη. Κάποια φορά τον είδα να μιλάει
με κάποιον. Δεν ήξερα ποιος ήταν ο συνομιλητής του, αλλά από το παράστημα κι από μια μπέρτα που είχε περασμένη στους ώμους του κατάλαβα πως ήταν ο Σικελιανός. Όπως πέρναγα, τον κοίταζα θέλοντας να τον δω από κοντά. Δεν πρόσεξα όμως και σκόνταψα στο μπαστούνι του. Με το βάρος που είχε, καθώς έγερνε το σώμα του Σικελιανού πάνω του, δεν κουνήθηκε το μπαστούνι, αλλά εγώ έπεσα μπρούμυτα, με τον χαρτοφύλακα που κρατούσα στα χέρια μου. Θυμάμαι που έτρεξε και μ’ έπιασε για να με σηκώσει.
Του λέει ο Καραντινός: «Το ξέρεις πως είναι πατριωτάκι σου;» Κι ο Σικελιανός απάντησε: «Τι λες βρε παιδί μου!» Και κοιτάζοντάς με:«Και πήγες να πάθεις κακό από μένα!».

Σε κάποιο άρθρο σας υποστηρίζατε ότι πρέπει να μεταφερθούν τα οστά του Σικελιανού από την Αθήνα στην Λευκάδα, για να ταφούν εδώ. Επιμένετε σ’ αυτή την άποψη;

Εκ’ των υστέρων κατάλαβα πως δεν είχα δίκιο. Ήταν απλά η δική μου προσδοκία.

Ποια η γνώμη σας για την αγορά της οικίας Σικελιανού στην Λευκάδα
και την μετατροπή της σε μουσείο;

Καλό θα ήταν να αγοραστεί, αλλά δεν βγαίνουν τα λεφτά.
Τελικά όμως πιστεύω ότι θα γίνει.

Ενδιαφέρεται η νέα γενιά για τον πολιτισμό;

Εγώ δεν θέλω να κατηγορήσω τους νέους. Πάντοτε μέσα στα ποσοστά νεολαίας ενός τόπου βγαίνουν και οι καλοί και οι κακοί και οι άχρηστοι. Εξαρτάται απ’ το περιβάλλον κι απ’ τις συνθήκες.

Αν ήσαστε εν ενεργεία εκπαιδευτικός, θα θέλατε να διδάσκετε τότε ή τώρα;

Όχι, τότε που ήμουν, καλύτερα!

Τι είναι αυτό που αν ξαναγεννιόσαστε θα θέλατε να το κάνετε πάλι;

Θα ήθελα αν ξαναγεννιόμουν να ήμουν και πάλι καθηγητής! Έβγαλα καλά και σεβαστικά παιδιά. Έβγαλα μαθητές που τους συναντάω σήμερα και τους χαίρομαι. Σε μια εκδήλωση που έκανε το πανεπιστήμιο για να με τιμήσει, τουλάχιστον 300 απ’ το ακροατήριο ήταν μαθητές μου! Και είπα: «Εγώ τα έβγαλα όλα αυτά τα παιδιά; Και τι άλλο θέλω στην ζωή μου;».

Ευχαριστώ πολύ γι’ αυτήν την κουβέντα που είχαμε. Σας εύχομαι υγεία και δύναμη για να συνεχίσετε το έργο σας.

Εγώ ευχαριστώ. Ευχαριστώ πολύ!



Εδώ, σχεδόν τελείωσε η κουβέντα μας. Του έβγαλα κάποιες φωτογραφίες στο γραφείο του, κάποιες άλλες σε ένα ανέκδοτο χειρόγραφό του, γραμμένο όπως πάντα με μολύβι, και πληροφορήθηκα πως το νέο του βιβλίο που αναμένεται να κυκλοφορήσει είναι μια μετάφραση του Δάφνις και Χλόη απ’ τα Ποιμενικά του Λόγγου. Μου είπε ακόμη πως στα
νεανικά του χρόνια έγραψε κάποια ποιήματα και 2-3 θεατρικά. Αργότερα όμως τα έσκισε όλα, αφού τα θεώρησε ανάξια λόγου και ασχολήθηκε με το έργο που ήδη γνωρίζουμε. Τον αποχαιρέτησα εγκάρδια και έφυγα. Τα εγγονάκια του, ο Πανταζής και η Ελένη, με συνόδεψαν μέχρι τη σκάλα κοιτάζοντας με τα λαμπερά ματάκια τους την φωτογραφική
μηχανή.


Βγήκα στο δρόμο. Απ’ το πάρκο, απέναντι, το κεφάλι της ακαλαίσθητης προτομής του
Σβορώνου (σαν την κεφαλή του Βαπτιστή στο πιάτο της Σαλώμης) με κοίταζε ανέκφραστα με τα άδεια μπρούτζινα μάτια του. Η βοή της πόλης κι ο καυτερός ήλιος με ζάλισαν ελαφρά. Ποια να ‘ναι τάχα η αληθινή ζωή, σκέφτηκα. Αυτή που βλέπω αναίσθητη ν’ απλώνεται τριγύρω μου: της καθημερινής συναλλαγής,της σκόνης, της φτήνιας και του ξεπεσμού ή η άλλη που υπάρχει μέσα στα βιβλία, στις χάρτινες αυτές οστεοθήκες του
πνεύματος;


Καθώς απομακρυνόμουν, έριξα μια τελευταία ματιά στα παράθυρα του Κοντομίχη, κι ένα ποίημα του Σικελιανού, που σαν μεθαύριο άφησε αυτόν τον κόσμο, στριφογύριζε επίμονα στο μυαλό μου:

Άσ’ την ανίδεη και χοντροκομμένη
γενιά στους στοχασμούς της, που ‘ναι ψέμα
και που ‘ν’ ερείπιο, και βυθίσου ακέριος
στ’ άναρχο ρίγος που χιμάει στο νου Σου,
απ’ όπου δεν ανάτειλαν ακόμα
της δημιουργίας τα πείσματα, να λάμψει
στο κορμί και στο νου Σου η τέλεια λάμψη
της Σκέψης και το τέλειο Γενηθήτω!

__________________


Δημήτρης Ε. Σολδάτος
Από την εφημερίδα «τα Νέα της Λευκάδας»
Αριθμός φύλλου 411, 17 Ιουνίου 2004
Αναδημοσίευση 453, 7 Απριλίου 2005


1 σχόλιο:

  1. ΝΙΩΘΩ ΠΕΡΙΦΑΝΗ ΠΟΥ ΚΑΠΟΤΕ ΥΠΗΡΞΕ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΗΣ ΜΟΥ. ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ΥΠΗΡΧΑΝ "ΚΑΜΠΟΣΟΙ" ΣΑΝ ΑΥΤΟΝ, ΘΑ ΗΤΑΝ ΚΑΛΥΤΕΡΗ Η ΛΕΥΚΑΔΙΤΣΑ ΜΑΣ. ΜΕ ΣΕΒΑΣΜΟ Ε.Γ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή