Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

Το δίστιχο:
 «η διαμαντόπετρα στης ποίησης το δαχτυλίδι»
 



Δίστιχο λέγεται κάθε ποίημα αποτελούμενο από δύο μόνο στίχους.
Ο ομοιοκατάληκτος ιαμβικός ή τροχαϊκός δεκαπεντασύλλαβος
είναι η συνηθέστερη μετρική φόρμα που χρησιμοποιήθηκε
και αναδείχτηκε ιδεωδώς απ’ τους άγνωστους ποιητές
του δημοτικού τραγουδιού.
Το δίστιχο, δίκην επιγράμματος, "διακρίνεται για την πυκνότητα,
το συγκινησιακό του υπόβαθρο, την εξαιρετική του εικονοποιία,
τους λεκτικούς του ιριδισμούς, τον στοχευμένο εντυπωσιασμό,
και αποτελεί ένα παιχνίδι του πνεύματος:

Πάγκαλον εστ’ επίγραμμα το δίστιχον• ην δε παρέλθης
τους τρεις, ραψωδείς κουκ επίγραμμα λέγεις.
 
Το δίστιχο επίγραμμα, του κάλλους η ευλογία.
Τρεις στίχοι, επίγραμμα; Όχι δα – μάλλον, μια ραψωδία…


"(ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ. ΙΧ 369. ΚΥΡΙΛΛΟΥ.
Μετάφραση: Ι. Ν. Κυριαζής, Ενδυμίων, 2009)



Το αρχαιότερο δίστιχο που γνωρίζουμε είναι το ελεγειακό,
που αποτελείται από έναν δακτυλικό εξάμετρο και έναν δεύτερο
στίχο που λανθασμένα ονομάζεται, ακόμη και σε αρχαίες
πηγές, «πεντάμετρος», αφού στην πραγματικότητα
συγκροτείται από την διπλή επανάληψη του τμήματος εκείνου
του εξαμέτρου που ορίζεται από την πενθημιμερή τομή
(–υυ –υυ –) και αποκαλείται «ημιεπές».

(Ν. Χ. Χουρμουζιάδης, Παλατινή Ανθολογία, στιγμή, 1989)



Γνωστότερα δίστιχα σε αρχαία επιγράμματα
είναι εκείνα του Σιμωνίδη του Κείου (556 - 468 π.Χ.),
έξοχα δείγματα εύστοχης βραχυλογίας και μεγαλείου,
που αφιερώθηκαν στους Μαραθωνομάχους
και στους πεσόντες των Θερμοπυλών:

Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι
χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν.
 
Τον υπέρ πάντων δίνοντας οι Αθηναίοι αγώνα,
τους χρυσοφόρους νίκησαν Μήδους στον Μαραθώνα.


(Απόδοση: Δ. Ε. Σολδάτος)


Ω ξειν αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε
κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι.
 

Ξένε διαβάτη που περνάς, σαν πας στην Σπάρτη πες τους
πως είμαστε πεσμένοι εδώ, πιστοί στις διαταγές τους.


(Απόδοση: Δ. Ε. Σολδάτος)




Υποθέτουμε όμως πως η παράδοση είναι πολύ πιο παλιά
και οι απαρχές του είδους αυτού χάνονται στα βάθη των αιώνων.
Ευρύτερα διαδεδομένο στην Ελλάδα, το δίστιχο καλλιεργήθηκε
και από Λατίνους ποιητές, όπως ο Έννιος, ο Κάτουλλος,
ο Τίβουλλος, ο Προπέρτιος και ο Οβίδιος.
Επίσης ο Αθήναιος διασώζει κάποια καθαρά λαϊκά δίστιχα
στους «Δειπνοσοφιστές» του (695 c), ενώ απ’ τα Βυζαντινά,
τα οποία έχουν καταφανή επίδραση στα έργα λογίων
(και στις Κατανυκτικές Αλφαβήτους), τίποτα δεν διασώθηκε.
Από γραπτές πηγές του ΙΕ΄– ΙΘ΄ αιώνα έχουμε περισσότερες
καταγραφές διστίχων, μεταξύ των οποίων ιδιάζουσα θέση
κατέχουν τα «Καταλόγια».
Από τις αρχές του ΙΘ΄ αιώνα εκδόθηκε πληθώρα συστηματικών
συλλογών διστίχων, καταταγμένων αλφαβητικώς.



Η σημερινή τυπική μορφή των δύο δεκαπεντασύλλαβων
που ομοιοκαταληκτούν έχει την αρχή της στον 15ο αιώνα
(τον 16ο αιώνα επικράτησε πλήρως).
Στην αρχή τα ομοιοκατάληκτα δίστιχα αποτελούσαν
τμήματα μικρότερων έντεχνων ποιημάτων, που κάποιες
όμως φορές διατηρούσαν την αρτιότητα του περιεχομένου,
πράγμα που αποτέλεσε το υπόδειγμα για την εξαρχής
δημιουργία αυτοτελών διστίχων. Η συντομία και η γοητεία της
ομοιοκαταληξίας βοηθούσε άριστα στην δημιουργία τους.
Και ιδιαίτερα συνέτεινε σ’ αυτό η συνήθεια να τραγουδιούνται
«κατ’ αντιλαβή», δηλαδή κάποιος να τραγουδά ένα αυτοσχέδιο
δίστιχο και κάποιος άλλος να του απαντά πάλι με δίστιχο –
κατά την συνήθεια των αρχαίων βουκολιαστών – ή να τραγουδά
ένας τον πρώτο στίχο και να συμπληρώνει κάποιος
τον δεύτερο. Αυτά τα δίστιχα συνηθίζονται και σήμερα σε
πολλά μέρη, ιδιαίτερα στην Κύπρο και στην Κρήτη από τους
λεγόμενους «ποιητάρηδες».



Ο λαός προτιμά το δίστιχο, κυρίως για την επιγραμματική
του βραχυλογία. Η γλώσσα διακρίνεται για την φραστική της
δύναμη και ενάργεια, η φράση είναι απλή,
νευρώδης και απερίστροφος (Fauriel).
Κι επειδή ο δεκαπεντασύλλαβος, ο πιο συνηθισμένος δημοτικός
στίχος, χωρίζεται σε δύο ημιστίχια (8-7 συλλαβές), η αρχή της
ισομετρίας καθορίζει και την σχέση ανάμεσα στα δύο αυτά μέρη.
Έχουμε μία ταλάντευση, ένα ισοζύγισμα του ενός προς το άλλο:

Θέλετε δέντρα ανθίσετε, θέλετε μαραθείτε.

Σε πολλούς στίχους μάλιστα μπορούμε να έχουμε
και μια παραπέρα διαίρεση του πρώτου ημιστίχιου,
ώστε ο στίχος να μοιράζεται στα τρία:

Μάνα λωλή, μάνα τρελή, μάνα ξεμυαλισμένη.

Συνήθως την ταλάντευση αυτή ανάμεσα στα δύο ημιστίχια
έρχεται να συμπληρώσει μια τρίτη ενότητα
 (ο γνωστός «νόμος των τριών») που απλώνεται σ’ έναν
ολόκληρο στίχο, αποκαθιστώντας έτσι την μετρική
και νοηματική ισορροπία:

Βάλε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος
και του κοράκου το φτερό βάλε γαϊτανοφρύδι.

Υπάρχουν ποικίλες ακόμα τεχνικές,
με συχνότερη εκείνης της εναλλαγής του χρόνου
 του ρήματος από αόριστο σε ενεστώτα:

Μοιρολογούσαν κι έλεγαν, μοιρολογούν και λέγουν.

Τα πολιτικά και προσωπικά σκώμματα,
τα γνωμικά και οι παροιμίες εκφράζονται συχνά με δίστιχα.
Και κανονικά δεν παρατηρείται σχεδόν ποτέ
ο λεγόμενος διασκελισμός, η συνέχεια δηλαδή του νοήματος
σε άλλο στίχο, όπως συμβαίνει στα κυκλαδίτικα κοτσάκια:

Για νηστεύεις, μωρέ, για νυ-
χτογυρίζεις, μωρέ Γιάννη!


Ο παραδοσιακός τρόπος σύνθεσης του δημοτικού
δίστιχου είναι ο λεγόμενος «παραλληλισμός των μελών»,
 όπου το αναφερόμενο στο δεύτερο στίχο υποκειμενικό
γεγονός παραβάλλεται με γνωστό αντικείμενο του φυσικού κόσμου:

Ως τρέμουν τ’ άστρα τ’ ουρανού όντε θα ξημερώσει,
τρέμει κι εμέ η καρδούλα μου όντε θα σ’ ανταμώσει.


Κι όταν ο ανώνυμος ποιητής βρίσκει μικρές τις λέξεις
για να εκφραστεί, δημιουργεί εκτενέστερες, για να χωρούν
το μεγαλείο των συναισθημάτων του:

Ε, χρυσολαμπαδόκορμη, φεγγαρολαμπυρούσα,
χρυσοδαχτυλιδόστομη κι ανθοδροσομιλούσα!

Στρογγυλομηλοπρόσωπη, λακουδοπηγουνάτη,
την πέτρα σκίζεις, κάνεις δυο, με το δεξί σου μάτι.


Και κάποτε, η δωρική λιτότητα του δίστιχου
αγγίζει τον Ιερό Βράχο της υψηλής σύλληψης:

Δίχως χιονιά χιονίζομαι, δίχως βροχές βροχιούμαι,
δίχως μαχαίρια σφάζομαι, όταν σε συλλογιούμαι.

Κι αν μαχαιρώσεις την καρδιά, το αίμα που θα χύσει,
κάθε σταγόνα, θα γενεί καρδιά να σ’ αγαπήσει.

Όποτε σ’ έχω αγκαλιά, του χταποδιού ζηλεύω –
ας είχα τα πλοκάμια του χέρια να σε χαϊδεύω.

Χίλιες κι αν βάλω στην καρδιά, για σένα θέση θα ᾿χει,
μα ούτε καρφίτσα δεν χωρεί σαν μπεις εσύ μονάχη.

Νάταν η θάλασσα κρασί και τα βουνά μεζέδες,
κι οι βάρκες κρασοπότηρα να πίνουν οι γλετζέδες.



Τα δίστιχα
ονομάζονται ανάλογα με την περιοχή
λιανοτράγουδα, (α)μανέδες, ριμνίτσες, πατινάδες,
μαντινάδες (ορισμός που μάλλον προκύπτει απ’ την βενετική
λέξη «matinada», που σημαίνει ορθρινό ερωτικό τραγούδι.
Οι παλαιοί Κρητικοί ισχυρίζονται πως προκύπτει απ’ την
ελληνική λέξη «μαντάτα», που θα πει «ειδήσεις»,
μιας και με μαντινάδες αντάλλασσαν κωδικοποιημένα
μηνύματα τον καιρό της τουρκοκρατίας).

Τα δίστιχα του δημοτικού τραγουδιού είναι αντίστοιχα
προς τα τετράστιχα άλλων λαών, π.χ. τα τουρκικά μανί,
τα γερμανικά schnaderhüpfel και τα ιταλικά ritornelle,
μιας και κανένας άλλος λαός δεν χρησιμοποιεί στίχο
τόσο μακρύ όσος είναι ο δικός μας δεκαπεντασύλλαβος.
Το δίστιχο πέρασε κατόπιν στην νεοελληνική ποίηση:

Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

Δ. Σολωμός

Μακριά μαλλάκια θέλω εγώ και μάτια θέλω μαύρα,
που απ’ έξω είν’ κάρβουνα σβηστά και μέσα έχουν την λαύρα.

Κ. Κρυστάλλης

Γλυκοξημέρωσ’ η αυγή και νύχτα είν’ ακόμα,
την νύχτα έχεις στα μάτια σου και την αυγή στο στόμα.

Πουλί γεννιέται ο άνθρωπος και δέντρο θα πεθάνει:
ρίζες απλώνει γύρω του και τα φτερά του χάνει.

Γ. Δροσίνης

Τι κι αν διαβαίνουν οι καιροί, τι κι αν περνούν οι χρόνοι,
παλιώνει ο λύχνος, μα ποτέ το φως του δεν παλιώνει.

Ι. Πολέμης

Εγώ τον πόνο τον βαστώ, την πίκρα την αντέχω,
κλαίω γιατί σε ξέχασα και όχι που δεν σ' έχω.

Μ. Γκανάς

Κατάρτια είναι τα κλαριά και το χορτάρι κύμα
και του ανθρώπου ο σκελετός η άγκυρα στο μνήμα.

Γ. Υφαντής

Λιγάκι απ' το πράσινο των δυο ματιών σου δως μου
να ντύσω το φθινόπωρο τα δέντρα όλου του κόσμου.

Ι. Ν. Κυριαζής


Όταν στο πλάι κοιμηθείς, τα χείλη σου ανοιγμένα
σαν παρενθέσεις (του φιλιού) που αφήνουν έξω εμένα.


 Δ. Ε. Σολδάτος


Οι πλείστες παραλλαγές των διστίχων, φανερώνουν την μακραίωνη
επεξεργασία τους από την λαϊκή συνείδηση έτσι ώστε να επιτευχθεί
σε μερικά απ’ αυτά η τελειότητα που μας παραδόθηκε.
Ο ανώνυμος τεχνίτης του στίχου ανά τους αιώνες γίνεται
συν-δημιουργός κι όχι λογοκλόπος. Στην περίπτωση του δημοτικού
δίστιχου και κατ’ επέκταση του δημοτικού τραγουδιού,
με χαρακτηριστικότερο δείγμα τις παραλογές, έχουμε την πλήρη
εξαφάνιση του προσώπου προς απο-θέωση της ίδιας της δημιουργίας.
Η τέχνη δεν γίνεται αντικείμενο προβολής, αλλά
η αέναη λατρεία προς δόξα των Μουσών.
Έτσι κι αλλιώς, για να θυμηθούμε τον Σεφέρη,
"είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας".

Το δίστιχο,
είδος πανάρχαιο, που έφτασε μέχρι τις μέρες μας
και που πλέον από πολλούς θεωρείται «στιχάκι ημερολογίου»
(ενδεικτική είναι η γενικευμένη αναφορά στο πολύκροτο λεξικό
Μπαμπινιώτη: «δίστιχος, -η, ο → δι-, στιχος»)
είναι το χαϊκού της Ελλάδας.
Κι όταν ένας ποιητής δοκιμάζεται σε μια τόσο ασφυκτική φόρμα,
μαθητεύει στην οικονομία του λόγου.
Παράλληλα, σπουδάζει την αρμονία και τον νόμο της αντί-θεσης,
ενώ στο σύντομο αλλά δυνατό καρδιοχτύπι του μέτρου,
ψυχανεμίζεται αυτό που έλεγε ο Κωστής Παλαμάς,
ότι ο ρυθμός στην ποίηση – το ρυθμικό περπάτημα – συμβολίζει
τον ρυθμό που κυβερνά το Σύμπαν.
Η ποίηση είναι η μουσική των λέξεων.



«Οι αρχαίοι Έλληνες, κυρίως οι Πυθαγόρειοι, θεωρούν ότι η αρμονία
των ουρανών ταυτίζεται με την αρμονία της μουσικής.
Άρα η Αρμονία στη Μουσική αντιστοιχεί στην Αρμονική συνύπαρξη
των άστρων και των Γαλαξιών, ενώ η Δυσαρμονία στο Χάος.
Η διαλεκτική σχέση «Θέση - Αντίθεση = Σύνθεση», όπως και το αντίθετο,
«Θέση χωρίς Αντίθεση = Αποσύνθεση», μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί
τον πυρήνα του κάθε υπαρκτού. Τον πυρήνα της ζωής και την αιτία του θανάτου.»

(Μίκης Θεοδωράκης, Η Συμπαντική Αρμονία, 2006).


 Αν στην συμμετρία αποκρυσταλλώνεται η έννοια του αισθητικά Ωραίου,
με τον ίδιο σκεπτικό που ο Γκαίτε αποκάλεσε τον Παρθενώνα
«παγωμένη μουσική», θεωρώ το δίστιχο, παραφράζοντας τον Παλαμά,
διαμαντόπετρα στης ποίησης το δαχτυλίδι.


Δημήτρης Ε. Σολδάτος



ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία, Αλέξανδρου Α. Μπαλτά,
Εκδόσεις Δ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 1970.

Αρχαία Ελληνική Λυρική Ποίηση, G. M. BOWRA
Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1983.

Παλατινή Ανθολογία, Ερωτικά Επιγράμματα,
Νίκου Χ. Χουρμουζιάδη, στιγμή, Αθήνα 1999.
.
Παλατινή Ανθολογία, σαν ρόδο υποπόρφυρο,
Ι. Ν. Κυριαζή, Ενδυμίων, Αθήνα 2009.

Εκλογαί από τα Τραγούδια του Ελληνικού Λαού,
Ν. Γ. Πολίτη, Εκδόσεις Ε. Γ. Βαγιονάκη, Αθήνα 1978.

Για μια Ποιητική του Ελληνικού Δημοτικού Τραγουδιού,
Γ. Μ. Σηφάκη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης,
Ηράκλειο 1988.

Δημοτικό Τραγούδι, μια διαφορετική προσέγγιση,
Ερατοσθένη Κ. Καψωμένου, Εκδόσεις Αρσενίδης,
Αθήνα 1990.

Η γένεσις του διστίχου και η αρχή της ισομετρίας,
Σ. Π. Κυριακίδου, Θεσσαλονίκη 1947.

Ελληνική Λαογραφία, Μέρος Α. Μνημεία του λόγου,
 Σ. Π. Κυριακίδου, Εν Αθήναις 1965 (α΄ έκδοση 1922).

Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Λίνου Πολίτη,
Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1985.

Έρεισμα, περιοδική έκδοση λόγου και τέχνης,
τεύχος 5-6, Χανιά 1996.

Εγκυκλοπαίδεια Δομή.

Σύγχρονη Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη.

Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα
, Έκδοση 1986.

Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Παύλου Δρανδάκη.

_____________

Δημοσιεύτηκε στα "Νέα της Λευκάδας"
4/2/2011, αριθμ. φύλλου 1.120

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου