Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

07β. ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ



«Όλα αλλάζουν, αλλά ζουν αλλιώς»


Οι παρακάτω διασκευές εμπεριέχονται στις ενότητες:
"Οι Σκιές των Ποιημάτων" (Καφέ Ρετρό),
"Ποιητική Αδεία" (Nobel λόγω ατεχνίας)
και "το Ποίημα της Εβδομάδας".
Υπάρχουν και ελάχιστα που δεν έχουν εκδοθεί.



ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ

Εξατμισμένη σαν νερού απαλός αχνός
μες από της καρδιάς μου την πηγούλα
ακούω ν’ ανεβαίνει μια φωνούλα
που λέει: «Πριν διαλύσει ο καπνός

και πριν αλλάξω χρώμα, άρωμα, σχήμα,
πιάσε με να σμιλέψω την στιγμή.
Είμ’ η έμπνευση! Αχ, μην μ’ αφήνεις, μη!
Κλείσε με στο χαρτί, κάνε με ποίημα.

Είμ’ ένα τίποτα, μ’ αυτός που θα με γράψει
πνοή μού δίνει απ’ του ρυθμού την μελωδία.
Μα όχι πάντα, παρά μόνο αν στίχο φτιάξει
απλό σαν βλέμμα και ζεστό σαν χειραψία!»


Λέοπολντ Στάφφ

"Σκιές των Ποιημάτων" (Καφέ Ρετρό)




Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
[Απόσπασμα]

Χαμογελώ με του παλιού καιρού τους ποιητές
κι όλα τα ποιήματα λατρεύω που ’χουν γράψει:
για το φεγγάρι, τα τριαντάφυλλα, τις σαϊτιές
του Έρωτα, που απ’ τα γραφτά μου έχω ξεγράψει.

Χαμογελώ που η ζωή γι’ αυτούς μ’ ένα «εγώ»
αρχίζει και σ’ ένα «εγώ» πάντα βουλιάζουν.
Όλος ο κόσμος θάμπωμα, το βήμα τους αργό,
αργόσχολοι με την ανία κουβεντιάζουν.

Μόνο αυτοί εισπράττουνε του κόσμου την φτυσιά,
θρηνούν γι’ αγάπες μόνο αυτοί ονειροπόλες.
Κανείς δεν πέφτει όμως από μία σκαλωσιά
στους στίχους τους. Ούτε φτωχοί βιβλιοπώλες

πεινούν. Ούτε πυροβολούν στρατιώτες στο ψαχνό
τον κόσμο που για το ψωμί του διαδηλώνει.
Μια σφαίρα το αίμα χύνοντας ενός ανθρώπου, νο-
μίζω πως την ίδια την ποίηση σκοτώνει.

Δεν λέω πως είμαι ανώτερος από τον αδερφό
μου του παλιού καιρού κι ούτε πως δήθεν άρχω
τον εαυτό μου, μα γελώ γιατί μονάχα εγώ
μέσα στους δρόμους που βαδίζω δεν υπάρχω…


Pablo Neruda



ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ

Τελειώσαμε! Ποτέ ξανά, ποτέ δεν θα ’μαστε μαζί.
Τι ήμουν για σένα δεν ρωτώ, ούτε κι εσύ μην με ρωτάς.
Ο γιος σου δεν θα κρεμαστεί απ’ το δικό μου το βυζί,
που όταν κοιμόσουν σ’ άρεσε στην χούφτα σου να το κρατάς.

Τελειώσαμε! Ποτέ ξανά δεν θα σου ράψω ένα κουμπί
απ’ το πουκάμισο. Κι ούτε ένα κοκκινάδι στον γιακά
θα κάνει την καρδιά μου να σκιρτά και την ματιά θαμπή
από την ζήλια και τα χέρια μου να τρέμουν νευρικά.

Τελειώσαμε! Ποτέ ξανά, ποτέ δεν θα ερωτευτώ
ό,τι δικό σου λάτρευα και η ψυχή μου το μισεί.
Με άλλους θα πάω, με άλλες θα πας κι ούτε θα μάθουμε γι’ αυτό.
Τώρα δεν είμαστε μαζί, εγώ είμαι εγώ κι εσύ είσαι εσύ.

Τελειώσαμε! Μα στην αρχή, στην πρώτη νύχτα τριγυρνώ,
μυρίζω τον ιδρώτα σου και σαν το ψάρι σπαρταρώ.
Μοσχοβολάς, ζαλίζομαι, σ’ αγγίζω και παραφρονώ!
Ανατριχίλα… μέσα μου γλυκά γλυκά όταν μπαίνεις.

Τελειώσαμε… κι οι δυο μαζί! Μία φορά κι έναν καιρό
ήθελα να ’μουν πλάι σου την ώρα που πεθαίνεις.


Idea Villarino



ΓΙΑΤΙ ΕΙΣΑΙ ΤΟΣΟ ΟΜΟΡΦΗ


Γιατί είσαι τόσο όμορφη; Τόσο όμορφη μην είσαι!
Εγώ από σάρκα σ’ ήθελα ζεστή κι ανθρωπινή.
Μα εσύ αστράφτεις σαν το φως του ήλιου και μ’ αρνείσαι
την υποψία πως μπορεί να είσαι αληθινή!


Γιατί είσαι τόσο όμορφη, μ’ ατέλεια καμία;
Το κάθε σου ελάττωμα θα μου ’ταν λατρευτό.
Αν είχες κάτι άσχημο, έστω ατέλεια μία,
θα μ’ έβλεπες στα πόδια σου μπροστά γονατιστό.

Αλλά εσύ είσαι όμορφη, πιο όμορφη από κάθε
άλλη – κι αυτή σου η ομορφιά για μένα είναι ποινή.
Αν θες να μάθεις το γιατί, θα σου το πω, και μάθε
πως δίπλα σου είναι σαν να ζω επάνω στην σκηνή.

Γιατί είσαι τόσο όμορφη και κάθε σκόνταμμά μου
φαίνεται στο διπλάσιο σαν αστραποβολείς;
Μην κλαις! Μου είναι αδύνατον να σε δεχτώ κοντά μου.
Δεν το μπορώ πάντα να ζω κάτω απ’ τους προβολείς!



Μilan Gundera

"Ποιητική Αδεία" (Nobel λόγω ατεχνίας)



ΠΡΟ – ΑΙΩΝΙΑ ΑΓΑΠΗ

Τόσο πολύ, τόσο βαθιά – εγώ σ’ έχω λατρέψει
απ’ όταν ήσουν άπλαστη μες στου θεού την σκέψη!


Adalgisa Nery

"Ποιητική Αδεία" (Nobel λόγω ατεχνίας)



ΖΗΛΙΑ

Το παλικάρι που μιλάει μαζί σου
φίλη – μ’ εσένα που ’μαι ερωτευμένη –
μοιάζει θεός, το γέλιο κι η φωνή σου
σαν μουσική γλυκιά σ’ αυτόν δοσμένη.

Σκιρτά η καρδιά! Και στέκω απέναντί σου
βουβή, λες κι είν’ η γλώσσα τσακισμένη.
Ολόκληρη απ’ την ζήλια ιδρωμένη
σαν χορταράκι τρέμω. Την μορφή σου

κοιτάζω και θαμπώνουν οι οφθαλμοί μου,
υφέρπει λεπτή φλόγα στο κορμί μου,
η ακοή βοή του καταρράχτη.

Πιο πράσινη από φύλλο είμαι στο χρώμα.
Με καίει η ζήλια, φίλη, λίγο ακόμα
κι η άμοιρη Σαπφώ θα γίνει στάχτη!


Σαπφώ

"Ποιητική Αδεία" (Nobel λόγω ατεχνίας)



ΤΥΠΟΙ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Καμιά γυναίκα δεν είναι ίδια με την άλλη,
άλλο κορμί έχουν κι άλλο νου μες στο κεφάλι.



Η μια ορθότριχη γουρούνα μοιάζει να ’ναι,
το σπίτι στάβλος και τα ρούχα της βρωμάνε,
άλουστη, αχτένιστη, ό,τι πιάνει το ρυπαίνει,
κάθεται μες στην κοπριά της και παχαίνει.

Η άλλη αλούπω είναι πονήρω, όλα τα ξέρει,
καλό νομίζει μόνο αυτό που την συμφέρει.

Άλλη, ζουρλή σκύλα την έχει γεννημένη,
τρέχει αλυχτώντας και δεν ξέρει πού πηγαίνει.
Ούτε βρισιά την πιάνει ούτε καλός τρόπος,
μα και τα δόντια να της σπάσεις μάταιος κόπος!
Αδιαντροπιές γεμάτα είναι τα μυαλά της
κι ούτε στους ξένους μπρος δεν παύει τα τρελά της.

Άλλη από χώμα λες και είναι ζυμωμένη,
την πλάτη του άντρα σαν φορτίο να βαραίνει.
Βρίσκει χαρά να τρώει, να πίνει, να κοπρίζει…
Kαι κολλητά στο τζάκι όλο τουρτουρίζει.

Άλλη είναι δίβουλη σαν θάλασσα και μοιάζει
τη διάθεση όπως τα πουκάμισα ν’ αλλάζει.
Τέρπεται όποιος θα την δει γαληνεμένη,
μ’ αν αγριέψει δείχνει σκύλα λυσσασμένη.

Άλλη είναι αναίσθητη, κουτή και πεισματάρα,
στους τρόπους ίδια σαν στρυφνή παλιογαϊδάρα.
Απ’ τη φωτιά να τρώει φαΐ κανείς την βλέπει
και με βρισίδι μόνο κάνει αυτό που πρέπει.
Άχρηστη σ’ όλα, χρησιμεύει όμως σε κάτι:
σ’ όποιον της πει δεν λέει όχι για κρεβάτι.

Άλλη από πρόστυχη γενιά είναι σαν την γάτα,
μ’ άγρια χάδια, άπληστα χέρια και νυχάτα.
Με δίχως πίστη, προκοπή και καλοσύνη,
παίρνει ό,τι βρει κι ύστερα δύστυχο σ’ αφήνει.

Άλλη έχει χαίτη μακριά σαν την φοράδα.
Μέρες ξεκούρασης; Εφτά την εβδομάδα!
Ωραία γυναίκα να την βλέπουνε οι άλλοι –
για όποιον την έχει συμφορά είναι μεγάλη,
εκτός κι αν σ’ άρχοντα ανήκει ξιπασμένο
ή σε κανένα από μυαλό παραλυμένο.

Άλλη – ω, θεοί! – σαν μαϊμού είν’ ασχημομούρα,
στενόκωλη, άβυζη, κοντόλαιμη, καμπούρα,
κακιά, μικρόψυχη, ποτέ δεν λέει να πάψει
τρόπους να βρίσκει κάποιον πώς μπορεί να βλάψει.
Γελούν μαζί της, μα εκείνη δεν την νοιάζει –
τι δυστυχής όποιος μια τέτοιαν αγκαλιάζει!

Τέλος, υπάρχει μια χωρίς ψεγάδι να ’χει,
που απ’ όλες μέσα ξεχωρίζει - αυτή μονάχη!
Ευγενική, με προκοπή και σπάνια χάρη,
μοιάζει σαν μέλισσα, χαρά στον που την πάρει.
Είναι στολίδι του σπιτιού κι αγαπημένη,
δουλευταρού και γνωστική και μετρημένη.
Πιστή στον άντρα ως τα βαθιά τα γηρατειά της,
άγια σπορά φέρνει στον κόσμο τα παιδιά της.

Οι συμφορές θα ’ταν λιγότερο μεγάλες,
τέτοιες μονάχα αν υπήρχαν - κι όχι οι άλλες!


Γιατί η κακιά γυναίκα μοιάζει περασμένος
χαλκάς στα πόδια όποιου είναι παντρεμένος.
Μες στην χαρά φαρμάκι βρίσκει να ξεχύσει –
κι ούτ’ είναι εύκολο κανένας να χωρίσει.
Από τους φίλους του ξεκόβει, γιατί εκείνη
στο σπίτι δέχεται μονάχα αυτούς που εγκρίνει.
Κι όποια καμώνεται με άλλους πως δεν πάει,
κέρατα τρίδιπλα στον άντρα της φοράει.
Πίσω απ’ την πλάτη του οι γείτονες γελούνε
κι ο κερατάς πιστή νομίζει ότι του ’ναι.
Κάποιες φορές για θηλυκό – ποιος δεν το ξέρει; –
πολλοί στον Άδη έχουν πάει από μαχαίρι.
Καθένας πάντα τη δικιά του την παινεύει
και την γυναίκα τ’ αλλουνού την κοροϊδεύει.
Ανόητοι άντρες, με το νου κανείς δεν βάνει
πως όλοι βράζουμε στο ίδιο το καζάνι.

Να, το συμπέρασμα εν τέλει: πιο μεγάλο
κακό απ’ την άχρηστη γυναίκα δεν είν’ άλλο.
Κι ούτ’ ευτυχία πιο χρυσή μπορεί να λάχει
από αυτή: καλή γυναίκα ο άντρας να ’χει.


Σημωνίδης ο Αμοργίνος
7ος αιώνας π.Χ.

Από "το Ποίημα της Εβδομάδας"



ΛΕΥΚΗ ΣΥΝΑΘΡΟΙΣΗ

Το θέλαμε, αλλά δεν χωριστήκαμε
και πλάι πλάι ακόμα περπατάμε.
Σουρούπωσε! Στις σκέψεις βυθιστήκαμε…
Κι αμίλητοι, βαδίζουμε… Πού πάμε;

«Να μια εκκλησούλα μπρος μας! Τι λες, μπαίνουμε;»
(Θα δούμε γάμο, βάπτιση ή κηδεία;)
Αδιάφοροι απ’ την άλλη πόρτα βγαίνουμε,
ενώ απ’ τ’ αυτιά σβει των ψαλμών η μελωδία…

Μες στο νεκροταφείο: «Ας σταματήσουμε…»
είπες, και το μπαστούνι σου στο χιόνι
σχεδίαζε παλάτια, που θα ζήσουμε
μαζί για πάντα – νεκροζώντανοι και μόνοι!


Άννα Αχμάτοβα

"Σκιές των Ποιημάτων" (Καφέ Ρετρό)



ΑΓΝΗ ΚΑΡΔΙΑ

Μάνα δεν έχω, ούτε γυναίκα, ούτε πατρίδα.
Έτσι, ανονείρευτος κι ανέραστος γυρίζω.
Κάποιοι πιστεύουν στον Θεό, που εγώ δεν είδα,
κι ελπίζουν σε όσα έχω πάψει να ελπίζω.

Τρεις μέρες πάνε που δεν έβαλα στο στόμα
ούτε μπουκιά ψωμί, δεν θέλω όμως συμπόνια.
Μια αγνή καρδιά κόσμε πουλώ, μαζί ακόμα
πουλώ όσο όσο τα εικοσιένα μου τα χρόνια.

Μα δεν υπάρχει αγοραστής που ν’ αγαπάει
τέτοιο εμπόρευμα. Κι αν θέλω να γλιτώσω
ή η καρδιά πρέπει να πάψει να χτυπάει
ή την αγνότητά της πρέπει να λερώσω.


Αττίλα Γιόζεφ

"Σκιές των Ποιημάτων" (Καφέ Ρετρό)



ANΘΡΩΠΟΣ

Σκοτώσαν οι αγγέλοι έναν άνθρωπο
κι η ηθική μες στο αίμα κολυμπούσε.
Ερώτημα στα χείλια είχε αναπάντητο
ο άνθρωπος: γιατί ως τότε ζούσε;

Αν γνώριζα στο ερώτημα θ’ απάνταγα,
μ’ ανίδεος, την μαύρη ώρα του τέλους,
την άγνοιά μου πήρα και τον βάραγα
ανήλεα μαζί με τους αγγέλους!

Κάμε η ζωή του η άλλη να ’ναι ανώδυνη
Θεέ μου, γιατί αλήθεια με λυπούσε
που έμοιαζε η καρδιά του – η τόσο ανθρώπινη –
λες κι έλεγε συγγνώμη που χτυπούσε!


Μιέτσζισλαβ Γιάστρουν

"Σκιές των Ποιημάτων" (Καφέ Ρετρό)



ΑΝΕΞΙΚΑΚΙΑ

Όση κι αν είχα δύναμη, την έχασα.
Να χαίρομαι και να πονάω ξέχασα.
Τώρα, σαν να ’μαι πεθαμένη
βλέπω την γη χιόνι στρωμένη.
Το μαύρο έλατο μακριά,
γερμένο στην κατηφοριά.
Κι οσφραίνεται η μύτη μου
λουλούδια έξω απ’ το σπίτι μου
που αύριο θα μπουμπουκιάσουν
την χλόη για να ευωδιάσουν.
Και λέω: «Να ’στε ευλογημένα
κι ας μην φυτρώσατε για μένα.
Ούτε κρατώ καμιά κακία
πρόσωπα, κάποτε οικεία,
που τόσο μ’ είχατε αγαπήσει –
χείλια, ματάκια, ζεστά χέρια
που τώρα γίνατε μαχαίρια
και μ’ έχετε δολοφονήσει…»


Μαρύλα Βόλσκα

"Σκιές των Ποιημάτων" (Καφέ Ρετρό)



Η ΜΕΛΙΣΣΑ

Άγρια θύελλα ξεσπάει
και του μπαμπού η ψάθα σπάει,
από την στέγη σαν κουρέλι
κρέμεται. Η θύελλα, εν τέλει,
έτσι όπως ήρθε, σταματάει.
(Γύρω γλυκιά ησυχία – μέλι!)

Μέσα στο σπίτι αχνό σκοτάδι
απλώνεται σα στάλα λάδι.
Παίρνω χαρτί, μελάνι, γράφω
λες και σκαλίζω σ’ έναν τάφο
κάποιο επίγραμμα. (Έξω έχει
ψύχρα, υγρασία. Ψιλοβρέχει…)

Η πένα στο χαρτί γλιστράει,
γύρω μια μέλισσα πετάει,
κάθεται πάνω στα γραφτά μου
και ψάχνει στα ποιήματά μου
– μες στο μελάνι που παγώνει –
γύρη να βρει, μα βρίσκει σκόνη.

Μοιάζουν των στίχων τα τραγούδια
με δίχως ευωδιά λουλούδια,
όμως την μελισσούλα αφήνω
στ’ άσπρου χαρτιού το νεκρό κρίνο
το άρωμα ν’ αναζητήσει
της άνοιξής μου – που έχει σβήσει…


Ακίκο Γυοζάνο

"Σκιές των Ποιημάτων" (Καφέ Ρετρό)



ΣΚΛΑΒΙΑ

Τα δέντρα είναι σκλάβοι, αφού η ρίζα τους
στο μαύρο χώμα μέσα τα καρφώνει.
Και τα πουλιά είναι δέσμια στις φτερούγες τους,
γιατί επιστρέφουν στην φωλιά όταν σουρουπώνει.

Δούλοι και οι ανθρώποι, στην ζωούλα τους –
παντρεύονται μια έγκυο Αυταπάτη.
Ξυπνούν, πλαγιάζουν… Ως που κάποιο φέρετρο
να γίνει για τον ύπνο τους κρεβάτι.


Ακίκο Γυοζάνο

"Σκιές των Ποιημάτων" (Καφέ Ρετρό)



ΤΙ ΩΡΑΙΑ

Τι ωραία που ’ναι να γυρίζω να μαζώνω
βατόμουρα στου δάσους την σιωπή –
νόμιζα δάσος δεν υπάρχει, ούτε καρποί!

Τι ωραία κάτω απ’ τους ίσκιους να ξαπλώνω –
νόμιζα πως όλα τα δέντρα έχουν κοπεί!

Και τι ωραία η καρδιά μου που χτυπάει
σαν είσαι δίπλα μου όταν πέφτει η βραδιά –
νόμιζα οι άνθρωποι πως δεν έχουν καρδιά
κι αν έχουν, νόμιζα, δεν ξέρει ν’ αγαπάει!


Ταντέους Ρόζεβιτς

"Σκιές των Ποιημάτων" (Καφέ Ρετρό)



ΘΛΙΨΗ

Ωκεανός η θλίψη είναι βαθύς
και μέσα η χαρά μαργαριτάρι.
Το στρείδι αν ανοίξεις που ποθείς,
ο μαύρος ο βυθός θα σου το πάρει…


Σάντoρ Πετέφι

"Σκιές των Ποιημάτων" (Καφέ Ρετρό)




ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ
[Εισαγωγή]

Καλά αν θυμάμαι, κάποτε η ζωή μου
ήταν μεθύσι, γλέντι! Το ελιξίριο
της ομορφιάς με γέλασε ένα βράδυ
κι όπως το ήπια πίκρισε η πνοή μου!
Με γλώσσα φιδινή απ’ το δηλητήριο
τους δαίμονες καλώ μες στο σκοτάδι:

Ω, Φθόνε, Μίσος, ύπουλο εσύ Ψέμα!
γεμίστε μου με λάσπη κι άμμο το αίμα,
των δήμιων τις κάνες να δαγκάσω
στ’ απόσπασμα μπροστά όταν θα φτάσω.
Σαν ύαινα πεινασμένη θα ουρλιάξω,
κάθε χαρά χιμώντας να σπαράξω!

Απόγνωση, θεά, σκορπιών μητέρα,
στου εγκλήματος στεγνώνω τον αέρα!
Την τρέλα ξεγελώ με φρικαλέο
κι ηλίθιο γέλιο. Σάπια άνοιξή μου,
σ’ αρχαίο συμπόσιο ψάχνει η όρεξή μου
κλειδί συμπόνιας… Διάολε, τι λέω;

Στεφάνι πλέξε μου από παπαρούνες
αιμάτινες, στον θάνατο να τρέξω,
και δώσ’ μου, Σατανά, φρίκες να παίξω:
οχιές φαρμακερές, μαύρες κουρούνες,
παχιές ορέξεις δώσ’ μου – άγριες γουρούνες –
να κυλιστώ στην κόλαση απ’ έξω!

Και όσοι τέτοιο ύφος αγαπάτε,
κεντρί, απ’ του θανάτου την ρομφαία,
την πένα μου έχω κάνει, για να πάτε
στην Κόλαση – αναγνώστες, αν τολμάτε –
ενός καταραμένου συγγραφέα,
μες από τις σελίδες που κρατάτε…


Αρθούρος Ρεμπώ

"Σκιές των Ποιημάτων" (Καφέ Ρετρό)



ΠΑΡΑΒΟΛΗ

Πόσους μελλοθανάτους παρηγόρησα!
Κι έτσι, τον φόβο του θανάτου αργοπόρησα.
Σε αγγελοκρουσμένους είπα ψέματα
και κολυμπήσαν στου Θεού τα ουράνια ρέματα.
Σακάτη, τον παράλυτο καμώθηκα
για χάρη σου. Κι απ’ την ψυχή μου ξεγυμνώθηκα
πόρνη, για σένα και ύμνησα τα σώματα.
Τυφλέ, σε γέλασα πως δεν υπάρχουν χρώματα.
Κουφέ, σ’ απάτησα πως όσοι ακούγανε
μόνο πονούσαν, πως στριγκλιές τ’ αυτιά τους σκιούγανε.
Τους πλούσιους, φτωχέ, σου κατηγόρησα
και λόγια τάισα την πείνα που δεν γνώρισα.
Σου έθεσα αναπάντητα ερωτήματα
σοφέ, ανήξερε απ’ του πόθου τα σκιρτήματα
και σου ’δειξα πως όλα απαντιόντουσαν
με την σιωπή δυο ερωτευμένων που φιλιόντουσαν.
Έκοψα τα μαλλιά μου και τα πέταξα
στους μακρυμάλληδες ανέμους, που τους τα έταξα,
και τα πουλιά του δάσους τα μαζώσανε
και για ζεστούλα στις φωλίτσες τους τα στρώσανε.
Ακόμα και τον βάλτο τον λυπήθηκα
και στα λασπόνερά του έπεσα και πλύθηκα.

Για την αλήθεια, τόσους εξαπάτησα!
Και πριν τον κόσμο συμπονέσω, τον αγάπησα.


Αdalgisa Nery

"Ποιητική Αδεία" (Nobel λόγω ατεχνίας)



ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ
[Απόσπασμα]

Γι’ αυτό είμαστε πλασμένοι, γι’ αυτό μόνο:
για να θυμόμαστε, να μας θυμούνται,
να δίνουμε και να μας δίνουν πόνο,
να θάβουμε νεκρούς. Κι όσους γεννιούνται
χέρια μακριά να τους κληροδοτούμε
για ν’ αγκαλιάζουν χωρισμούς. Κι ακόμα,
έχουμε νύχια για να σκάβουμε το χώμα
κι όλα όσα κρατιούνται να κρατούμε.

Τέτοια θα ’ναι η ζωή μας όλη κι όλη:
να λησμονήσουμε που πρέπει κάποια δύση,
μες στο σκοτάδι ένα αστέρι που θα σβήσει
κι από δυο τάφους ένας δρόμος που περνάει –
λαφριά κι αμίλητοι ας περάσουμε όλοι,
γιατί γλυκά η σιωπή την νύχτα αποκοιμάει.

Λόγια πολλά δεν έχουμε να πούμε:
ένα τραγούδι σε μια κούνια πλάι,
μια προσευχή γι’ αυτούς που δεν γυρνούνε
(κόκαλα κάτασπρα στο μαύρο χώμα που ’ναι)
και ίσως έναν στίχο που μιλάει
για την αγάπη, μήπως μετουσιωθούμε

– με την ελπίδα σ’ ένα θαύμα – και σωθούμε.


Vinicius de Moraes

"Ποιητική Αδεία" (Nobel λόγω ατεχνίας)



ΑΛΛΟ ΓΕΝΟΣ

Έρωτα, μόνος εραστής μου γίνε, δες με:
χυμός ολόδροσος στην φλόγα σου είμαι, πιες με!
Τσούρμο η σάρκα μου από ροζ περιστεράκια
που καρτερεί τα πεινασμένα σου κοράκια.

Έχω μεσούλα φλογισμένο δαχτυλίδι,
τριγύρω τύλιξε του μπράτσου σου το φίδι.
Στάλαξε μέλι στα χειλάκια μου κι αψέντι
να σου δοθώ όπως η δούλα στον αφέντη.

Το αφρισμένο σου έλα χύσε ποταμάκι
στο διψασμένο των σκελιών μου καυτό αυλάκι,
που μέσα χρόνια περιμένει να βλαστήσει
ο σπόρος κάποιου άλλου γένους και ν’ ανθίσει.


Delmira Agustini

"Ποιητική Αδεία" (Nobel λόγω ατεχνίας)



ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
[Ινδιάνικη ποίηση]

Καθώς το λαβωμένο αγρίμι
απ’ της σαΐτας μου τ’ ασήμι
άρχισε αίμα να ξερνά
μες στου Παπάγκο τα βουνά,
το τόξο μου έσπασα κομμάτια.

Τ’ αγρίμι όπως ξεψυχούσε
θλιμμένα τόσο με κοιτούσε –
σαν της αγάπης μου τα μάτια!


_____________________

H ποίηση για τους Ινδιάνους
είναι το μονοπάτι που ακολουθεί το ουράνιο τόξο.


"Ποιητική Αδεία" (Nobel λόγω ατεχνίας)



ΟΛΑ ΑΛΛΑ – ΖΟΥΝ

Ό,τι έγινε, έγινε!
Ό,τι έμεινε, έμεινε!

Όλα αλλάζουν, αλλά ζουν
αλλιώς. Να προχωράς.
Ποτέ σου πίσω μην κοιτάς,
αλλά μπροστά, σ’ όσα θα ’ρθούν.

Δεν γίνεται να ξαναβγάλει
όσο νερό μες στο κρασί καθένας βάλει.

Ό,τι έγινε, έγινε!
Ό,τι έμεινε, έμεινε!

Μ’ αν θες, μπορείς
και μια και δυο και τρεις
φορές να ξαναρχίσεις την ζωή σου –
ακόμα και με την στερνή πνοή σου!


Bertol Breht

"Ποιητική Αδεία" (Nobel λόγω ατεχνίας)



ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ

Μέσα στις φλόγες ρίξτε με! Να μην με θάψετε στην γης.
Μην κλείσετε σε φέρετρο του ποιητή το πτώμα!
Κάψτε τον, όπως κάηκε στην φλόγα της ζωής,
για ν’ ανεβεί στα σύννεφα με του καπνού το σώμα.

Μες στην φωτιά πετάξτε με, να μου καούν τα χέρια,
τα πόδια κι απ’ τα κόκαλα τ’ ολόγλυκο μελούδι.
Τόσο πολύ αγάπησα την γη και τόσο ακέρια,
που αιχμάλωτός της δεν μπορώ να γίνω. Πελεκούδι

σαν να ’μουν, θέλω να καώ κι όλος να λαμπαδιάσω
κι η στάχτη μου στους φτερωτούς ανέμους να σκορπίσει.
Να πάω ψηλά. Και πέφτοντας, ήσυχα να πλαγιάσω
στην θάλασσα την λεύτερη που έχω νοσταλγήσει

των χρόνων μου των παιδικών – έτσι ο ποιητής να σβήσει…



Vinicius de Moraes
«Ποιητική Αδεία» (Nobel λόγω ατεχνίας)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου