Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2009

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΓΙΑ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΥΣ, 2003



Έρωτα, γιε του Άπιαστου και της Απελπισίας,
είναι η ζωή αντίγραφο φτηνό της φαντασίας...

Πρόκειται για ένα μικρό βιβλιαράκι, εκτός εμπορίου. Εδώ ανθολογούνται πέντε ποιήματα. Στο οπισθόφυλλο υπάρχει το επιγραμματικό δίστιχο του Γιάννη Κυριαζή: «Αυτό το εγχειρίδιο άγνωστε αναγνώστη / αν βυθιστεί στα σπλάχνα σου, ζωής σε κάνει γνώστη».


ΣΤΗΝ ΟΥΡΑ 
 
Και περιμένω στο ταμείο να πληρώσω
τα λίγα πράγματα που ψώνισα και λέω:
«Αν βιάζεσαι έλα πιο μπροστά» – στον τελευταίο.
Και η χαρά μου μεγαλώνει άλλο τόσο.

Έτσι, μπορώ να σε κοιτάζω, που τα ψώνια
κρατάς, τα πλήκτρα σαν χτυπάς στην μηχανή σου.
«Δέκα κι εξήντα…» λες, κι ακούω την φωνή σου.
Βλέπω τα χέρια σου που δίνουν τα κουπόνια.

Παρατηρώ τους μορφασμούς, το φέρσιμό σου
όταν ψιλά τα ρέστα δίνοντας γυρεύεις.
Χαριτωμένα που γελάς, που σοβαρεύεις –
διαβάζω πια κάθε γραμμή στο πρόσωπό σου.

Ξέρω πώς φτιάχνεις τα μαλλιά σου σαν βαριέσαι,
ξέρω τα χείλη πως δαγκώνεις όταν λάθος
κάνεις μια πράξη, και φαντάζομαι τι πάθος
θα ’χει το στόμα σου την ώρα που φιλιέσαι!

Ξέρω αν χαίρεσαι κρυφά κι αν υποφέρεις.
Ξέρω τι άρωμα φοράς – πότε τ’ αλλάζεις.
Ξέρω ακόμα απ’ τον θυμό σου πότε βράζεις
με κάποιο δύστροπο πελάτη. Μα δεν ξέρεις

κι εσύ πως έρχομαι για σένα κάθε βράδυ,
άγνωστος μέσα σε αγνώστους, να ψωνίσω
μήπως και βρω μιαν αφορμή να σου μιλήσω
και τ’ άγγιγμά σου το τυχαίο νιώθω…χάδι!

Πέρασε η ώρα…Φτάνω μπρος απ’ το ταμείο.
Κανείς πιο πίσω να του δώσω την σειρά μου.
Πάει, τελείωσε κι απόψε η χαρά μου:
«Οκτώ και πέντε, ευχαριστώ κύριε, αντίο…»

ΝΑΙ; 

 
«Το βράδυ θα τα ξαναπούμε, αν θέλεις, ναι;»
Μα τι μπορούσα ν’ απαντήσω, μήπως όχι;
Με μια λεξούλα της μονάχα μου ανέ–
βαινε το δάκρυ να λυθεί σε πρωτοβρόχι.

«Ωραίο το έργο, ναι; Θα πάμε για καφέ;
Πάντα μετά το σινεμά μ’ αρέσει, εσένα;»
Κι ήταν λες κι έπαιζε η λύρα του Ορφέ–
α, όταν πρόφερε το «ναι» αυτό για μένα.

Όσα μου αρνήθηκε με πείσμα η ζωή
ήρθε ο καιρός να τα χαρώ, να τ’ αποκτήσω.
Και βρήκα, ναι, το θάρρος, πήρα αναπνοή
βαθιά, λιγάκι πιο πολύ να προχωρήσω:

Το μεσημέρι θα έρθω δύο και μισή
απ’ την δουλειά σου για να φύγουμε παρέα.
Τα λέμε, ναι; Μιλάω πια όπως κι εσύ…
Δεν ξέρω, κάτι έχω πάθει τελευταία!

Κοίτα, εγώ... Θέλω να πω… «Πες μου, εσύ τι;»
Μ’ αρέσεις… ναι; (τα λόγια τρέμουν) Σ’ αγαπάω…
Κι απάντησε ότι θέλει δήθεν να σκεφτεί…
Τα ΝΑΙ μου τα ’πε κι ένα ΟΧΙ καρτεράω.



ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ

Στα χιόνια ένα ταξίδι ήθελες τόσο!
Τόσο πολύ, που η καρδιά σου είχε παγώσει
(και μου την χάρισες, προτού να σου εκπληρώσω
την εκδρομή) αφού το δέρμα σου είχες στρώσει

με πάγο, σαν σε άγγιξα με θέρμη
πρώτη φορά, πρώτη μαζί και τελευταία…
Μαύρη στιγμή – σώμα λευκό, ψυχή άδεια κι έρμη –
που την θυμάμαι με το τζάκι εμπρός μου θέα.



ΣΤΟN ΦΑΡΟ

Και να, πού μ’ έφερε η εσχάτη απελπισία!
Τα σαλεμένα φρένα μού είπαν να σε πάρω
– πάντα της πράξης προηγείται η φαντασία –
μαζί μου απόψε – ερημιά, νύχτα – στον Φάρο.


Σε βλέπω μπρος μου μες στο μαύρο φόρεμά σου
ψυχρή σαν μέταλλο, αγέρωχη, κι απλώνω
γυμνό τον πόνο να ντυθεί τ’ αγκάλιασμά σου,
λες κι έχω απλώσει τα δυο χέρια μου για φόνο!
Σ’ αγγίζω... τρέμεις, τρέμω, τρέμουμε απ’ τον πόθο 

δειλά, όπως γέρνουν τα καλάμια όταν φυσάει
πάνω απ’ την λίμνη, τα ματόκλαδά σου νιώθω
στο πρόσωπό μου σαν μετάξι που μεθάει.
Σκίζω τα χείλη σου, η γλώσσα μου άγριο χέλι
μες απ’ τα δόντια σου ρουφάει την ψυχή σου –
πάνω απ’ το Κάστρο το φεγγάρι ανατέλλει.
Σκάβω τα σπλάχνα σου και λες: «Είμαι δική σου…
κράτα με… σφίξε με…». Βογκάς κι εγώ σπαράζω…
πονάς… συστρέφεσαι… Τα νύχια σου στην πλάτη
μου μπήγεις... Ξέσπασε ο αφρός – αίματα στάζω

σπέρμα φωτιά, που καίει τα φύκια, σπάει τ’ αλάτι!
Γέρνεις στο στήθος μου μετά λαχανιασμένη,
κλαις τρυφερά και ψιθυρίζεις τ’ όνομά μου.
Σαν μια θηλιά από τον λαιμό μου κρεμασμένη
το στόμα ανοίγεις για να πιεις το φίλημά μου.
Και πίνεις… πίνεις τα φιλιά… τα δάκρυα πίνεις…
«Κράτα με… σφίξε με…» ξανά μου λες. Αχ, μίλα…
Μέσα σου μπαίνω… κι όλη νύχτα ανάβεις… σβήνεις…
γιομάτη γλύκα… φως… σκοτάδι… ανατριχίλα!
Κι εκεί, στην τέλεια ηδονή – στον οργασμό σου –
«Πεθαίνω… χάνομαι…» μου λες «κι εσύ μαζί μου…»
Μαζί σου, αγάπη μου… (Βυθίζω στο λαιμό σου
μια το μαχαίρι κι άλλη μια μες στο κορμί μου!)

.......................................................
Τ' άλλο πρωί, κάτι ψαράδες θα μας βρούνε
αγκαλιασμένους να φιλιόμαστε στο στόμα…
«Είναι νεκροί εδώ και ώρα…» έτσι θα πούνε,
αντί να πουν πως… αγαπιόμαστε ακόμα!

Πάντα της πράξης προηγείται η φαντασία!
Τα σαλεμένα φρένα μού είπαν να σε πάρω
μαζί μου απόψε – ερημιά, νύχτα – στον Φάρο.
Να, πού με έφερε η εσχάτη απελπισία!




ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ 

 
Το δάχτυλο είχα στην σκανδάλη και το πιστόλι στην καρδιά –
έτσι με βρήκες!
Ήταν οι πόρτες κλειδωμένες και φυλαγμένα τα κλειδιά.
Από πού μπήκες;

Είχα στημένη την αγχόνη κι ετοιμασμένη την θηλιά.
«Αν δεν φοβάσαι…»
μου πες «κρεμάσου στο λαιμό μου να σε σκοτώσω με φιλιά!»
Κι είπα: Ποια να ’σαι;

Έτοιμο είχα το ξυράφι! Και μια στιγμή προτού κοπώ…
«Φλέβα σου αν γίνω…»
μου ’πες «στα δύο θα με κόψεις;» Κι έκοψα ένα «σ’ αγαπώ»
σαν μαύρο κρίνο.

Ήταν τα χάπια στο συρτάρι κι είχα τα μάτια στο κενό,
στερνή μου λύση.
«Να πιεις» μου είπες «δεν σ’ αφήνω». Σου είπα: Δεν αυτοκτονώ
αν γίνεις βρύση.

Ξερνούσε αίμα η καρδιά μου, είχε τελειώσει η αντοχή –
τόση αηδία!
Κι είπες: «Σου δίνω το κορμί μου, να 'χει στα δάκρυα η ψυχή
σου μια σχεδία».

Η μοναξιά μου Κλυταιμνήστρα, παραφυλούσε στο λουτρό
μ’ ένα μαχαίρι.
Κι εσύ της πήρες το στιλέτο κι είπες με βλέμμα κοφτερό:
«Δώσ’ μου το χέρι!»

Ήταν ο τάφος ανοιγμένος, ψυχορραγούσα από καιρό
και μου ’πες: «Ζήσε!»
Το φέρετρο έκανες καράβι! Κι αφού ανάστησες νεκρό,
η Αγάπη είσαι;

1 σχόλιο:

  1. Τα διαβάζω και τα ξαναδιαβάζω.

    Το "ΣΤΟΝ ΦΑΡΟ" είναι αριστούργημα,
    το "ΣΤΗΝ ΟΥΡΑ" το 'νιωσα για δικό μου και ο τελευταίος στίχος του "ΝΑΙ;" με ξάφνιασε γλυκόπικρα όπως θα 'πρεπε.

    Σε χαίρομαι πραγματικά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή