Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2009

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Δημήτρης Ε. Σολδάτος: 
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΛΕΥΚΑΔΑ ΑΥΤΗ Η ΜΑΥΡΙΛΑ 
Συνέντευξη στον Ηλία Κοντογεώργη
(χωρίς περικοπές)



Πολλά χρόνια φίλοι με τον Δημήτρη αλλά και συνεργάτες στα "Νέα της Λευκάδας" είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω από κοντά και να συζητήσουμε αμέτρητες φορές για θέματα επί παντός επιστητού. Σήμερα με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης θέλοντας να τιμήσω τον εκλεκτό συνεργάτη και φίλο παραθέτω αποσπάσματα από την κουβέντα που είχαμε υπό μορφή συνεντεύξεως. 

___________________________________ 




1988. Εκδίδεις το πρώτο βιβλίο σου στις εκδόσεις Κονιδάρη. 
2008. Είκοσι χρόνια αργότερα την τελευταία σου συλλογή: Nobel λόγω ατεχνίας. 

Από πότε ξεκίνησες να γράφεις; 

Απ’ όταν ξεκίνησα και να πονάω, από μικρός φαντάζομαι. Σκληρό πράγμα ο στίχος, πώς αλλιώς θα αντιπάλευε τον πόνο; «H ποίηση είναι συνέπεια της ασυνέπειας ανάμεσα στην ζωή και στο όνειρο», έξοχα το διατύπωσε ο Γιάννης Κυριαζής. «Παιδί έγραψα τον πρώτο μου στίχο. Από τότε ξέρω πως δεν θα πεθάνω ποτέ, θα πεθαίνω όμως κάθε μέρα», είπε ο Τάσος Λειβαδίτης. Καμία σχέση η ποίηση με πεταλούδες κι άστρα, έτσι όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ τουλάχιστον. Ο ποιητής δεν είναι ένας ονειροπαρμένος εργοστασιάρχης μιας βιομηχανίας ψευδαισθήσεων, αλλά ο δημοσιογράφος της αιώνιας επικαιρότητας. Οφείλει να λέει ό,τι οι άλλοι δεν λένε και να δείχνει όσα κανένας δεν βλέπει, λογοδοτώντας μόνο στο μελάνι του.
Ξαναθυμάμαι τον Λειβαδίτη: "Δεν φοβάμαι παρά μονάχα τον Θεό, εκτός κι αν τον υπηρετώ. Και την ποίηση, ακόμα κι όταν την υπηρετώ". 


Πριν αρχίσει η συνεργασία μας στην εφημερίδα το 2000, είχες 12 χρόνια να βγάλεις βιβλίο. Έγραφες αυτό το διάστημα; 


Έκλεβα χρόνο απ’ τον ύπνο μου. Ήμουν στην Αθήνα. Άλλαζα συνεχώς δουλειές και σπίτια. Ξέρεις πώς είναι η ζωή εκεί. Προσπαθούσα να τα προλάβω όλα! Μια μέρα μαγείρευα και έγραφα σχεδόν παράλληλα. Κάποια στιγμή αφηρημένος ανακάτεψα με το στιλό το φαγητό στην κατσαρόλα και πήγα να γράψω με την... κουτάλα! Ενδεχομένως έτσι θα προέκυπτε ένα γραπτό νοστιμότερο κι ένα φαγητό ποίημα! Η κυρία Κική Δημουλά έχει γράψει έναν αντιπροσωπευτικότατο στίχο για τον σύγχρονο πανζουρλισμό, που δυστυχώς πια δεν ισχύει μόνο για τις μεγαλουπόλεις: «Θέ μου, τι κουφάρια ξέβρασε η επιβίωση». Όταν αλέθεσαι στα γρανάζια της καθημερινής αγωνίας για τον επιούσιο πώς να γράψεις; Κι αν γράψει ο πεινασμένος, θα γράψει «ψωμί» κι ο απογοητευμένος «απογοήτευση». Εγώ έγραψα βιωματικά. Δεν είναι τυχαίο πως οι κορυφαίοι ποιητές μας είχαν μια ζωή σχετικά εξασφαλισμένη, χωρίς αυτό να σημαίνει πως όποιος έχει οικονομική ευχέρεια είναι απαραιτήτως και κορυφαίος ποιητής ή πως όποιος δεν έχει δεν είναι.


Το Ποίημα της Εβδομάδας κράτησε αρκετά χρόνια. Εκ των υστέρων τι νομίζεις πως αποκόμισες;

Εκτός από τον… παχυλό μισθό μου (γέλια), είχα την ευκαιρία να δημοσιεύσω το σύνολο σχεδόν της δουλειάς μου και συγχρόνως να κρίνομαι από ένα ευρύ φάσμα κοινού, όχι απαραίτητα λογοτεχνικού. Βέβαια, μιας και τα περισσότερα ποιήματα γράφονταν στο βραχύ διάστημα της μιας εβδομάδας, έπρεπε να κάνω συνεχώς κατοστάρι, ενώ η ποίηση είναι μαραθώνιος. 


Πιστεύεις πως ο κόσμος εκτίμησε την γραφή σου από το ποιήματα ή από τα άρθρα σου; 


Θα ήθελα να πιστεύω από τα ποιήματα, αλλά δεν νομίζω πως είναι αλήθεια. Τα άρθρα ήταν ένα πιο γνώριμό τους είδος, παρότι έγραψα και ποιήματα χρονογραφήματα θα έλεγα. Νιώθω όμως την ικανοποίηση που μου παρέχει η πεποίθηση πως είχα κάτι να πω και το είπα με όση τέχνη και όση ατεχνία μου αντιστοιχούσε. 



Τι σημαίνει για σένα Καφέ Ρετρό;

Αν αφαιρέσεις την αρχική συλλαβή από τον τίτλο "(ΚΑ) ΦΕ ΡΕΤΡΟ" απομένει η λέξη φέρετρο. Το βιβλίο αποκαλύπτει απ' το εξώφυλλο κιόλας, στον εμβριθή αναγνώστη, το πρώτο του μυστικό. Όλοι οι "ήρωες" της συλλογής είναι πεθαμένοι. "Πεθαμένες" και οι στιχουργικές μορφές: τα μέτρα και οι ομοιοκαταληξίες.
Είναι μια "μεταμφιεσμένη" πραγματεία για την φθορά και τον θάνατο, άρα και για την ίδια την ζωή, αλλά παράλληλα και το μεθυστικό άρωμα μιας εποχής που προσπάθησα να την κλείσω στο χάρτινο μπουκαλάκι ενός βιβλίου. Είναι η μυρωδιά από ψημένο καλαμπόκι στην αυλή του σπιτιού, ενώ τρέχαμε στο μισοσκόταδο να πιάσουμε κωλοφωτιές για να τις τρίψουμε στις μπλούζες μας να φωσφορίζουν. Είναι ο χωματόδρομος με τις παπαρούνες και τις υδρόβιες βιολέτες πριν περάσει ο σύγχρονος οδοστρωτήρας και ισοπεδώσει την αθωότητά μας, αφήνοντάς την στο πάχος ενός χαρτονομίσματος - πριν... ΦΕ-ΡΕΤΡΟ-ΠΟΙΗΘΟΥΜΕ!


Πίστευες πως θα βραβευόσουν κάποτε από την Ακαδημία Αθηνών;
Τι σημαίνει αυτό για σένα;


Δεν το πίστευα, το ήλπιζα όμως. Όταν πήγα να παραλάβω την περγαμηνή νόμιζα πως άκουγα πίσω μου τα βήματα των απλών αυτών ανθρώπων που περιγράφονται στο βιβλίο, νόμιζα πως άκουγα τον ανατριχιαστικό ήχο από το αναπηρικό καροτσάκι του Αρσένη. Ήταν σαν να δικαιώθηκε η δική τους ζωή, η τόσο φαινομενικά ασήμαντη ζωή τους. Νομίζω πως αν μου χρώσταγε κάτι η τύχη, μετά από κείνη την βραδιά, που έγινε "ΤΥΧΗΙ ΑΓΑΘΗΙ", με εξόφλησε. Είναι άγνωστο στον πολύ κόσμο πόσο αίμα σού ρουφάει ένα ποίημα. Όταν έχεις κάνει αφαίμαξη στις ίδιες σου τις φλέβες, περιμένεις πως κάποιος θα βρεθεί να σου μεταγγίσει λίγο. Αυτό ήταν για μένα η βράβευση: μετάγγιση αίματος. Είχα φτάσει σε σημείο οριακό. Σαν να μην υπήρχα. Για τον πνευματικό κόσμο της Λευκάδας, για τον δήμο, για κανέναν. Δεκάδες προτάσεις, άρθρα, ποιήματα, όλα στο κενό. Αν δεν ήταν η Ακαδημία θα κόντευα να πιστέψω πως – όπως και η πρώτη μου συλλογή προέβλεψε – ήμουν ανύπαρκτος. 
Αυτή η μαυρίλα δεν μπορεί να είναι Λευκάδα! 



Nobel λόγω ατεχνίας. Το τελευταίο σου βιβλίο. Γιατί τώρα;

Tα λεφτά της Ακαδημίας μου έκαιγαν τα χέρια, όπως τα αργύρια του Ιούδα. Δεν ήθελα, μιας κι οι ανάγκες περισσεύουν, να πάνε πουθενά αλλού εκτός απ’ τον σκοπό για τον οποίο δόθηκαν, ένα μέρος τους τουλάχιστον. Συγκέντρωσα τα καλύτερα σατιρικά από το Ποίημα της Εβδομάδας και καμιά δεκαπενταριά καινούρια και τα ενταφίασα επί χάρτου. Ζωή σε λόγου τους!


Σε τι νομίζεις νομίζεις πως διαφοροποιούνται τα ποιήματά σου από αυτά των άλλων; 


Μέχρι τα δεκαοκτώ μου γνώριζα την ποίηση μέσα από τις σελίδες των βιβλίων του 
σχολείου και από τους στίχους των λαϊκών τραγουδιών, γι’ αυτό και η έφεση στην ομοιοκαταληξία. Στην τότε ηλικία μου ο Σικελιανός είχε στο σπίτι του μια από τις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες. Ξεκίνησα να γράφω γιατί με κούραζαν τα φυσιολατρικά ποιήματα «για την ωραία Λευκάδα» που έγραφαν οι λαϊκοί και ενίοτε οι λόγιοι ποιητές του νησιού. Η ανώδυνη ποίηση. Ήθελα να μιλήσω για πράγματα που μέχρι τότε δεν τα είχε αγγίξει κανείς στην Λευκάδα ή τα άγγιξε επιδερμικά. Πράγματα που με αρρώσταιναν. Χρόνια επιζητούσε διέξοδο αυτός ο «καρκίνος» που μου έτρωγε τα σπλάχνα. Κι έγραψα χωρίς αφόρητες λογοτεχνικούρες, λες κι η κάθε γραμμή να ήταν η τελευταία μου. Σεβάστηκα τα μέτρα και την τεχνική, ασέλγησα ανελέητα όμως στην γλώσσα που τόσο όμορφα χειρίζονταν όσοι ψεύδονταν. Έτσι, εφήρμοσα το ρητό του Ιταλού ποιητή Τζάκομο Λεοπάρντι (1798 – 1837) «Γράφετε στην ζωντανή γλώσσα, ας είναι άσχημη. Περιφρονείτε την νεκρή γλώσσα, ας είναι ωραία». Παραφράζοντας τον Παναγούλη «έβρισα με την ίδια δύναμη που θα ήθελα να προσευχηθώ». Αυτή νομίζω ήταν η διαφοροποίηση. 
Αν δεν δημοσιεύονταν πρώτα στην εφημερίδα κι ύστερα σε βιβλίο οι σάτιρες 
θα ήταν πολύ πιο αιχμηρές και λιγότερο θεματολογικά περιορισμένες. 



Ποιον Λευκάδιο ποιητή, εκτός από τους δύο μεγάλους βάρδους μας, εκτιμάς περισσότερο;

Τον Σπύρο Φίλιππα – Πανάγο. Από το μικρό σε έκταση έργο που άφησε πίσω του και μόνο το παρακάτω απόσπασμα αρκεί για να λάμψει η αξία του: «Ω, Δύναμη γεννήτρα εσύ, δοσμένα / δεν τα 'χεις όλα όσα έχεις πλάσει / στη θάλασσα, στα ουράνια και στη Γη. / Φυλάς για το μεγάλωμά μας ένα / στο νου του ποιητή, να μην χαλάσει, / κι αντί για σένα αυτός δημιουργεί.»


Αύριο το Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Λευκαδίων και η Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών διοργανώνουν βραδιά με αφορμή την Ημέρα της Ποίησης προκειμένου να τιμήσουν δύο Λευκάδιους ποιητές, τον κύριο Κ. Θ. Φωτεινό, φιλόλογο και τον κύριο Σπύρο Βρεττό, δικηγόρο. Πώς κρίνεις το γεγονός ότι δεν είσαι ανάμεσα σ’ αυτούς που θα τιμηθούν; 

Μα σήμερα είναι η Ημέρα της Ποίησης, όχι αύριο. Πάντα καθυστερημένοι αυτοί; 
Σοβαρά τώρα. Ίσως περιμένουν να πάρω και το… Νόμπελ!!! 


Μου αρέσει που το αντιμετωπίζεις με χιούμορ, μα θα επιμείνω στο ίδιο θέμα. 
Η Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, η οποία όπως η ίδια αναφέρει έχει ως σκοπό την ανάδειξη και την επιβράβευση οποιουδήποτε αξιόλογου πνευματικού έργου στο νησί, γιατί δεν θεώρησε πρέπον να στείλει έστω ένα συγχαρητήριο τηλεγράφημα για την βράβευσή σου από την Ακαδημία; 

Δυστυχώς, η μεγαλοψυχία δεν διδάσκεται στα πανεπιστήμια! 



Σκληρά λόγια!

Σκληρή αλήθεια!


Με την χρηματοδότηση του Πνευματικού Κέντρου Λευκαδίων εκδόθηκε πρόσφατα κι ένα καινούργιο λογοτεχνικό περιοδικό η «Προκυμαία». Συνεργάζονται οι Λευκάδιοι ποιητές Γιάννης Βουκελάτος, Κ.Θ. Φωτεινός, καθώς και οι: Δέσποινα Καλέζου, Κων/να Αυγέρη, Βιβέτ Τσαρλαμπά – Κακλαμάνη κ.α. Σου ζητήθηκε συνεργασία; 

«Βαδίζοντας αργά στην προκυμαία, / υπάρχω; λες. Κι ύστερα δεν υπάρχεις». Όπως βλέπεις, ούτε ο Καρυωτάκης δεν μπορούσε να υπάρχει στην προκυμαία, εγώ θα υπήρχα; 


Τελικά τι σημαίνει να είναι κανείς ποιητής; 

Μάλλον θα πρέπει να ρωτήσεις... έναν ποιητή!

Εγώ, είτε εκσφενδονίζομαι στο παρελθόν,
μιας και δεν μπορώ να φύγω προς το μέλλον, 
είτε βρίσκομαι σε οδυνηρούς περιπάτους με το παρόν

και, όπως διάβασα γραμμένο σ' έναν πίνακα
της Χαρούλας Αδαμοπούλου: 

"περπατάω ανάμεσα στις φωτισμένες βιτρίνες, 

εκεί που οι πρωτοκλασάτες γκόμενες 
και τα λαμέ πουστράκια 
ψωνίζουν για να στολίσουν την γαμημένη τους ψυχή. 
Πίσω όμως απ’ τον παράδεισό σας 
υπάρχουν ξεκωλιασμένες πουτάνες, 
πρεζάκια που κάνουν πίπες για την δόση τους, 
μπάτσοι που πουλάνε προστασία 
και άστεγοι στις εξόδους κινδύνου".

Σ' έναν τέτοιο κόσμο, οφείλεις να είσαι... απο-ποιητής!


Στις μέρες μας ο ποιητής έχει κάποια θέση;

Ο Ιταλός ποιητής Ντίνο Καμπάνα (1885 – 1932) ήταν όμορφος σαν θεός. Είχε μακριά μαλλιά και γένια κατάξανθα κι έμοιαζε λένε σαν ήλιος. Κοιμόταν κατάχαμα πάνω σε μια κοινή ψάθα, κάτω από δέντρα, πλάι σε ρυάκια. «Η γη είναι μητέρα μου» έλεγε. «Μπορώ να την επιβαρύνω, ενώ για τους ανθρώπους δεν έχω δικαίωμα». 
Η Φιλανδή ποιήτρια Έντιθ Σέντεργκραν (1892 – 1923) ζούσε με την μητέρα της σ’ ένα ερημικό σπιτάκι, μέσα σε απίστευτη φτώχεια. Απογοητευμένη απ’ την ζωή της και τους ανθρώπους έλεγε πως βρήκε την αλήθεια στην χλόη και στα φύλλα. Όταν πέθανε, η τυφλή μητέρα της έδεσε ένα σχοινί από την πόρτα μέχρι τον πέτρινο σταυρό του τάφου και κάθε πρωί πιασμένη από το σχοινί, σκουντουφλώντας μέσα στο χιόνι πήγαινε και την μοιρολογούσε με τους ίδιους της τους στίχους. Είναι ατέλειωτες αυτές οι ιστορίες για τους ποιητές. Σήμερα τι μυθολογία να δημιουργηθεί, που στο μέλλον δεν θα έχουμε καν χειρόγραφα αφού όλα θα γράφονται στα laptοp – ένα Βackspace και καθάρισες! Τώρα ο ποιητής έγινε δημοσιοσχεσίτης, πολιτικάντης, ένα άχρηστο πλάσμα που περιφέρει το κενό του πάνω κάτω για να το γεμίσει χειροκροτήματα και ενίοτε πενταροδεκάρες. Αν εξαιρέσεις κάποιους, μετρημένους στα δάχτυλα, εκτός συστήματος που παλεύουν με όποιο τρόπο να υπάρξουν, σχεδόν όλοι οι άλλοι, οι παντοιουτοτρόπως πολυπροβεβλημένοι, είναι ανακυκλώσιμα μεγαλοεκδοτικά σκουπίδια! 



Ευχαριστώ για την ενδιαφέρουσα κουβέντα που είχαμε κι ελπίζω να συνεργαστούμε εκ νέου με κάποια άλλη στήλη που εσύ θα επιλέξεις. 


Να ξέρεις όμως πως πάντα θεωρώ την ποίηση σπονδυλική στήλη του λόγου. 



Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης θα ήθελες να κλείσουμε με κάποιο αγαπημένο σου τετράστιχο; 


ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ-ΠΟΙΗΣΗ 

Αφού για μένα μόνη αξία 
είν' η ομοιοκαταληξία, 
δεν βρίσκω άλλη ικανοποίηση 
απ' το να γίνει ο κόσμος ποίηση. 


___________________________ 


Εφημερίδα "τα Νέα της Λευκάδας" 
21/3/2008



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου