Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2009

ΠΕΡΙ ΠΟΡΝΕΙΑΣ



(για νυχτερινή ανάγνωση)


Βρωμιά! Τόση, που να μην τινάζεις το τσιγάρο σου στο τασάκι γιατί λυπάσαι την στάχτη. Έπιπλα λίγα και φθαρμένα – πρόγευση του θαλάμου αναμονής στην κόλαση!
Κάποιοι καθρέφτες, που σε δείχνουν πιο άσχημο απ’ όσο νόμιζες πως ήσουν. Και τραγούδια εμετικά, που το κασετόφωνο αν μπορούσε θα ξέρναγε από αηδία πάνω στην ταινία!
Συγχαρητήρια, κύριε, το βρήκατε! Πρόκειται φυσικά για ένα μπουρδέλο!
Αν δεν ήμουν κάποτε θαμώνας του, αυτό το κείμενο τώρα δεν θα υπήρχε για να σκοτώνετε την ώρα σας. Κι αν κάποτε δεν το είχατε κι εσείς επισκεφτεί, δεν θα το αναγνωρίζατε τώρα στα γραφτά μου.
Ξέρω, ξέρω, μην ανησυχείτε! Μόνο μια φορά πέσατε τόσο χαμηλά: στο στρατό, όταν κάτι Πειραιώτες, παλιοσειρούλες, σας παρέσυραν μισομεθυσμένο ως εκεί. Αλλά, αν και λιώμα, θυμόσαστε καλά ότι ΔΕΝ το κάνατε…
Ηρεμήστε, κύριε! Δεν υπάρχει λόγος να εξάπτεστε, σας πιστεύω!
Κι αν κάποιος πει το αντίθετο, μην φοβάστε, η γυναίκα σας κοιμάται…
Κι η πεθερά σας, φαντάζομαι…

Είπα «η πεθερά σας» και θυμήθηκα την τσατσά!
Αυτή η μεσόκοπη κυρία, που λέτε, με την βραχνή από το κάπνισμα φωνή και με τ’ αποδεκατισμένα απ’ το χασίσι δόντια, είχε έναν φοβερό τρόπο να διαλαλεί την πραμάτεια της. Κι εγώ, άπειρες φορές προσέφερα τον οβολό μου υπέρ πίστεως (ότι θα περάσω καλά) και πατρίδος (όταν το εμπόρευμα ήταν εγχώριο, πριν γίνει η κάθοδος των μυρίων Ρωσίδων). Συνήθως πήγαινα με την ιέρεια γιατί συμπαθούσα την τσατσά και ουδέποτε το αντίθετο – όπως, ίσως, κάνετε εσείς με την πεθερά σας, αγαπητέ μου κύριε! Ίσως, λέω, γιατί σας είδα πάλι έτοιμο να ξεσπαθώσετε.
Τι; Ήταν για να χασμουρηθείτε; Συγχωρέστε με! Κι επιτρέψτε μου να παραλείψω ένα κάρο ασήμαντες λεπτομέρειες, λόγω προχωρημένης ώρας, σεβόμενος το πρωινό σας ξύπνημα. Επί της (συν)ουσίας, λοιπόν! Ας υποθέσουμε πως υπάρχει κάτι τέτοιο εκεί μέσα, για να έχω κι εγώ κάτι να διηγηθώ…




Ο έρωτας με μία πόρνη, φίλε μου, χρειάζεται μιας πρώτης τάξεως αυτοσυγκέντρωση στο πρόσωπο ή στην πλάτη της γυναίκας που… αυταπατάστε ότι μαζί της συνευρίσκεστε! Κοινώς, θα βάζετε στη θέση της επί πληρωμής προσωρινής ερωμένης σας την χυμώδη γειτονοπούλα των εφηβικών σας απωθημένων. Αυτά, βέβαια, ίσχυαν πριν την κάθοδο των μυρίων Ρωσίδων, τότε που η αγορά έσφυζε από ξεπεσμένες Ελληνίδες με πρόσωπα σαν του δράκουλα των Καρπαθίων, έντονα βαμμένα, και που ακόνιζαν τα αξύριστα πόδια τους στη μέση σου.



Αν η ιερόδουλος (γυναίκες που στην αρχαιότητα υπηρετούσαν στον ναό της Αφροδίτης και εκδίδονταν αντί αμοιβής) σας παροτρύνει να επιταχύνετε, μην τα χάσετε. Φανταστείτε ότι βρίσκεστε στην Άγρια Δύση και διαγωνίζεστε για το ποιος είναι το πιο γρήγορο πιστόλι! Αν, πάλι, δεν έχετε καλπάζουσα φαντασία, σεβαστείτε τους υπόλοιπους που περιμένουν να πάρουν σειρά και τελειώνετε, επιτέλους! Φανταστείτε, έστω, εσάς όταν βρισκόσασταν στην αναμονή και επισπεύστε, κατά το δυνατόν. Δεν μπορεί, όλο και κάποια ψίχουλα ιπποτισμού θα σας έχουν απομείνει…

Αν, τέλος, δεν τελειώνετε με τίποτα, σκεφτείτε πως το κάνετε με την καλύτερη φίλη της γυναίκας σας (σιγά που δεν το ’χετε σκεφτεί!) στον γκαράζ, ενώ η γυναίκα σας επιστρέφει απ’ την «δουλειά» (που έκανε με τον άντρα της φίλης της) σε δέκα λεπτά. Τι; Ακόοοοομα; Για σκεφτείτε, λοιπόν, πόσο δύσκολο είναι να τελειώσει και ο συγγραφέας ένα κείμενο, αγαπητέ μου κύριε – και ειδικά αν αυτός ο συγγραφέας είμαι εγώ, που είμαι και της καθυστέρησης!
Καιρός ν’ αρχίσουμε να εκτιμάμε ορισμένα πράγματα, δεν νομίζετε;
Λοιπόν, ας… τελειώνουμε!

Εγώ που με βλέπετε ή πιο σωστά με διαβάζετε (αν δεν μ’ έχετε γραμμένο ήδη) έχω σκεφτεί πολλές φορές στα σοβαρά (μην παρασυρθείτε απ’ το αστείο της γραφής) ακόμα και να παντρευτώ μία πόρνη, προκειμένου να την σώσω απ’ την λάσπη – όχι πως κι αυτή δεν θα με ξελασπώσει, βέβαια!
Αυτές οι κυρίες, όμως, πέφτουν πολύ πιο δύσκολα απ’ ότι εσείς ρίξατε την γυναίκα σας, αγαπητέ μου κύριε! Άσε που δεν την διεκδικείς από κάνα Μήτσο ή κάνα Λάκη, αλλά από έναν νταβραντισμένο νταβατζή με εξαιρετικά… λεφτά αισθήματα!



Οι πόρνες, επί το πλείστον, είναι ευαίσθητα πλάσματα και τίμιες στις συναλλαγές τους. Αυτά που βλέπεις στις ταινίες είναι, τα περισσότερα, μυθοπλασίες από αδελφές σεναριογράφους. Οι πόρνες είναι όπως η γη, που την σκάβουν, την οργώνουν, της ξεσκίζουν τα σπλάχνα κι αυτή ούτ’ ένα «αχ» δεν βγάζει. Κατάλαβες τώρα γιατί υπομένουν σιωπηλά τη φτέρνα σου; Κι εσύ, όταν τις πηδάς, είναι σαν να πηδάς την ψυχή σου! Την ψυχή σου, που την μισείς γιατί κατάντησε ένα φορτίο σάρκα.
Κι εκείνος ο ήχος του κρεβατιού που τρίζει, ξέρω ότι σ’ ανατριχιάζει και σε ηδονίζει βαθιά συνάμα. Σου θυμίζει τον κόσμο, που είναι έτοιμος να σωριαστεί – και φοβάσαι μήπως σωριαστείς κι εσύ μαζί του! Και συγχρόνως χαίρεσαι, γιατί του αξίζει να γκρεμιστεί και θα ήθελες πολύ να είσαι εκείνος που τον γκρέμισε! Έτσι, για το γαμώτο, για μια απεγνωσμένη πράξη ηρωισμού, που δεν μπορείς να κάνεις, που δεν σου επιτρέπει να κάνεις εκείνος ο σπαστικός γυαλάκιας στο γραφείο κάθε πρωί, όταν του λες υποκλινόμενος δουλικά: «Καλημέρα σας, κύριε διευθυντά!», σαν να έλεγες: «Ελάτε να μου πηδήξετε την γυναίκα!»

Θύμωσε, ηλίθιε! Γιατί δεν θυμώνεις; Πες μου ότι σε θίγω! Τόλμησε να το πεις!
Σκίσε με σε μικρά κομματάκια και πέταξέ με απ’ το παράθυρο! Ένα χαρτί είμαι μόνο! Πώς καταδέχεσαι να σε βρίζω; Πες μου ότι κι εγώ φίλησα κατουρημένες ποδιές για να φτάσω μέχρι εδώ, πως ικέτεψα γονυκλινής για να δημοσιευτούν οι αρλούμπες μου.
Πες μου ότι στα χώνω εκ του ασφαλούς, γιατί δεν είμαι εκεί, γιατί δεν τολμώ να είμαι εκεί μπροστά σου, για να μου σπάσεις τα μούτρα. Πες μου πως όλα αυτά τα γράφω για λίγη σκατοφήμη κι ότι πεντάρα δεν δίνω για την μιζέρια σου και για τις πόρνες του κερατά! Ξέσπασε, ηλίθιε! Γι’ αυτό γράφω! Για να φαντάζομαι ότι κάπου μες στ’ άγρια χαράματα υπάρχει κάποιος που βρίζει… Που τρελαίνεται… Που ουρλιάζει σαν σειρήνα ασθενοφόρου, γιατί κάτω απ’ την πέτσα του κουβαλάει έναν άρρωστο!
Κοίταξέ με, φίλε! Σκύψε πάνω απ’ το χαρτί – δες κάτω απ’ τις λέξεις! Με βλέπεις;
Μ’ ακούς; Κι εγώ ουρλιάζω! Κι εγώ είμαι άρρωστος!…
Βγες στο μπαλκόνι, αδερφέ!
Κοίταξε! Τι βλέπεις;
– Πολυκατοικίες!
Δεν είναι πολυκατοικίες, αδερφέ! Κρεβάτια είναι! Το ένα πάνω απ’ τ’ άλλο!
Και στο καθένα ένας άρρωστος που ουρλιάζει κι αυτός, τον ακούς;
Και του διευθυντή σου, φίλε, κι αυτού κάποιος άλλος του πηδάει την γυναίκα! Και τ’ αλλουνού κάποιος άλλος! Να το ξέρεις, φίλε, κι η γυναίκα του καθενός για τον άντρα της ίσως το κάνει: για να κερδίσει μια θέση πιο πάνω, μια θέση πιο πάνω – στην κόλαση!

Μπες μέσα, αναγνώστη! Ξάπλωσε στο κρεβάτι, αγκάλιασε την γυναίκα σου,
ξύπνησέ την και πες της πόσο την αγαπάς.
Δεν θα θυμώσει, ηλίθιε, που την ξύπνησες!
Αυτό περιμένει τόσα χρόνια που κοιμάται δίπλα σου: να της πεις πόσο την αγαπάς!
Γι’ αυτό δεν κοιμάται στο σαλόνι, ηλίθιε!
Γι’ αυτό ανέχεται τα παγωμένα πόδια σου και το βουβαλίσιο ροχαλητό σου,
γιατί έχει την ανάγκη να την αγαπάς.
Ξύπνα την, ηλίθιε! Ξύπνα την!

Επειδή κάποτε ένας άντρας δεν την ξύπνησε, μια γυναίκα έγινε πόρνη!
Βέβαια, κι επειδή κάποιος άλλος ξύπνησε την δική του στ’ άγρια χαράματα,
έγινε… συγγραφέας!


________________________

Δημήτρης Ε. Σολδάτος
Αθήνα, 1994
Πριήνης 27, Αμπελόκηποι
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Η ΖΕΥΞΗ» της Πρέβεζας
(Τεύχος 1, Απρίλης 2005)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου